Translate

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Η επιρροή της Κίνας στους κλασσικούς νομικούς θεσμούς της Ιαπωνίας




Καιρό έχω να αναρτήσω κάτι. Η σχέση αυτών των δύο χωρών (σε πολλούς, άγνωστη) πάντα είχε και έχει τρομερό ενδιαφέρον. Έχω γράψει κάποια κείμενα και ελπίζω να γράψω και άλλα στο μέλλον.


Αυτό είναι από το βιβλίο μου "Δικαιικές επιρροές στο πλαίσιο του Συγκριτικού Δικαίου", Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2013, σ. 100-104:

Η επιρροή της Κίνας στους κλασσικούς νομικούς θεσμούς της Ιαπωνίας
           
            Ο όρος «Ανατολική Ασία» χρησιμοποιείται κυρίως ως γεωπολιτισμική (geocultural) και γεωπολιτική (geopolitical) έννοια. Περιλαμβάνει την Κίνα, την Κορέα, το Βιετνάμ και την Ιαπωνία – δεν περιλαμβάνει το αχανές Ανατολικοασιατικό τμήμα της Ρωσίας. Καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την επιρροή της κλασσικής Κινεζικής νομικής παράδοσης στις άλλες χώρες, επιρροή που δεν ήταν ίδιου βαθμού ούτε συνεχής[1].
            Αναφερόμενος ο Teemu Ruskola στους πολιτισμούς της Ανατολικής Ασίας, σημειώνει ότι δεν είναι ακριβές να μιλάμε για έναν ενιαίο, μονόχρωμο, Ανατολικοασιατικό πολιτισμό, παρά είναι χρησιμότερο και ακριβέστερο να μιλάμε για ένα πολιτισμικό αρχιπέλαγος[2]. Ο κλασσικός Κινεζικός πολιτισμός είχε αναμφίβολα την ηγεμονία, μεταξύ των άλλων πολιτισμών, όμως η ικανότητα του κράτους της Κίνας να ασκεί άμεση κυριαρχία επί των γειτόνων της ήταν περιορισμένη.
            Εκπρόσωποι των άλλων τριών χωρών στέλνονταν στην Κίνα, αποδίδοντας έτσι τιμές στον Κινεζικό πολιτισμό, και επέστρεφαν αυτοί στις χώρες τους, εξοικειωθέντες σε μεγάλο βαθμό με τους Κινεζικούς θεσμούς. Έτσι, και οι τρεις χώρες υιοθέτησαν το συγκεντρωτικό κρατικό πρότυπο της Κίνας και επίσης δανείσθηκαν την Κινεζική γραφή και το πολιτικό της λεξιλόγιο το οποίο εκφραζόταν από τη γραφή αυτή[3]. Στη συνέχεια, η πορεία των χωρών αυτών ήταν ξεχωριστή[4].
            Έχει πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι μια μορφή σύγκρισης νομικών συστημάτων είχε λάβει χώρα στην Κίνα ήδη από την εποχή των «Εμπόλεμων Κρατών» (Warring States), περίπου πριν 2.400 έτη. Αναφέρεται ότι ο Kui Li (455-395 π.Χ.), πρωθυπουργός του Βασιλείου Wei, είχε συγκεντρώσει τους ποινικούς κώδικες διαφόρων Βασιλείων και είχε συντάξει τα έξι κεφάλαια του «Βιβλίου του Δικαίου» (Fa Jing), το οποίο ήταν ο πρώτος Κώδικας νόμων στην αρχαία Κίνα[5].
            Ο Gu Ban (32-92 μ.Χ.), της Δυναστείας των Ανατολικών Χαν, στο «Βιβλίο των Χαν» (Han Shu), περιέγραψε τον μετασχηματισμό των νομικών συστημάτων από τον καιρό των Δυναστειών Zhou και Qin, μέχρι το τέλος της Δυναστείας των Δυτικών Χαν. Επίσης υπήρξαν κάποια άλλα έργα Κινέζων νομικών, τα οποία ήσαν είτε σχολιασμοί των εκεί νομικών συστημάτων είτε συγκρίσεις των δικαίων που ίσχυαν κατά τη διάρκεια διαφορετικών δυναστειών. Προφανώς τα ανωτέρω έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μελέτες συγκριτικού δικαίου όπως τις εννοούμε στην εποχή μας. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι ενδιαφέροντα δείγματα μιας κάποιας μορφής επιστημονικής [ιστορικής] σύγκρισης δικαιικών ρυθμίσεων.
            Όταν η Ιαπωνία εγκαθίδρυσε ενοποιημένο κράτος για πρώτη φορά, κατά τους 7ο και 8ο αιώνες μ.Χ., συνειδητά αντέγραψε τα βασικά χαρακτηριστικά του Κινεζικού γραφειοκρατικού κράτους, οι πρώτες επιρροές του οποίου έφθασαν μέσω της Κορέας. Ο πρίγκιπας Shotoku αποφάσισε την υιοθέτηση του Κινεζικού ημερολογίου και της Κινεζικής γραφής και το 604 μ.Χ. εξέδωσε ένα Σύνταγμα δεκαεπτά άρθρων το οποίο συνδύαζε τη γηγενή, Ιαπωνική, πολιτική φιλοσοφία με Βουδιστικές και Κομφουκιανικές αρχές εισαχθείσες από την Κίνα. Στη διάρκεια των επόμενων χρόνων, πολυάριθμες αποστολές Ιαπώνων μετέβαιναν στην Κίνα (κατά τη διάρκεια της δυναστείας Tang) για να μελετούν τους θεσμούς της χώρας. Το 701 μ.Χ. καθιερώθηκε στην Ιαπωνία σύστημα γραπτών νόμων (ritsuryo), βασισμένο στον Κώδικα Tang[6]. Όπως αναφέρει ο Ruskola, ο συνδυασμός Κινεζικής αυτοκρατορικής ιδεολογίας και του γηγενούς Ιαπωνικού σιντοϊσμού, οδήγησε στο να αποτελεί ο Ιάπωνας αυτοκράτορας (tenno, όρος Σινοϊαπωνικός) τμήμα της άθραυστης γραμμής θεϊκής καταγωγής από τη θεά του ήλιου Amaterasu[7].
            O σπουδαίος Ιάπωνας νομικός Masaji Chiba σημειώνει ότι δεν πρέπει να υπερτονίζεται η Κινεζική επιρροή, ότι ναι μεν το Ιαπωνικό δίκαιο βασίσθηκε σε μεταφυτευθέν Κινεζικό δίκαιο αλλά ότι αυτό τροποποιήθηκε σχεδόν απολύτως από τον Ιαπωνικό πολιτισμό. Και αυτό του το σχόλιο επιβεβαιώνει τις απόψεις εκείνων που πιστεύουν ότι δεν είναι δυνατή μια αυτούσια μεταφύτευση δικαίου, ότι αυτό που μεταφυτεύεται και αυτό που τελικά διαμορφώνεται και ισχύει είναι διαφορετικά μεταξύ τους.
            Εξάλλου, δύο αιώνες αργότερα, η κεντρική αυτοκρατορική γραφειοκρατία έχασε μεγάλο τμήμα της δικαιοδοσίας της από τους τοπικούς άρχοντες. Στο τέλος δε του 12ου αιώνα τα ηνία πήρε στρατιωτική κυβέρνηση στο πλαίσιο του σογκουνάτου, οπότε ο ρόλος του αυτοκράτορα μειώθηκε ακόμα περισσότερο. Όπως σημειώνεται, η Κουμφουκιανικής νοοτροπίας γραφειοκρατία ποτέ δεν αντικατέστησε τις αριστοκρατικές ελίτ της Ιαπωνίας, οπότε, αναπόφευκτα σχεδόν, η Κομφουκιανική ηθική έδωσε σιγά-σιγά τη θέση της στις αρχές των Σαμουράι.
            Το 1592, η Ιαπωνία επιτέθηκε στην Κορέα, ανεπιτυχώς. Επίσης σχεδίαζε μετά να επιτεθεί και στην Κίνα, αλλά δεν το έκανε. Αρνούνταν να διατηρήσει σχέσεις επίσημες με την Κίνα και απέρριπτε άνευ ετέρου τις αυτοκρατορικές αξιώσεις της περί υπεροχής. Παρ’όλ’αυτά, κυρίαρχη πολιτική φιλοσοφία στην Ιαπωνία, ακόμα και κατά τη διάρκεια του σογκουνάτου Tokugawa (1603-1868), ήταν ο Νέο-Κομφουκιανισμός. Επίσης είχαν υιοθετηθεί κάποιες από τις Κινεζικές νομικές μεθόδους.
            Πάντως, παρά το ότι ο Νέο-Κομφουκιανισμός ήταν η κυρίαρχη πολιτική φιλοσοφία εκείνη τη [μεγάλη] χρονική περίοδο, το ότι η διοίκηση στο κράτος τους ήταν αποκεντρωμένη, άρα δεν είχε ομοιότητα με τη συγκεντρωτική γραφειοκρατική διοίκηση της Κίνας, θεωρούνταν από τους Ιάπωνες ως αρετή και όχι ως αποτυχία. Παρέμεναν πιστοί στο αληθινό, για τους ίδιους, κλασσικό ιδεώδες, το οποίο ήταν η φεουδαρχική, πολυκεντρική, έννομη τάξη που ίσχυε στην Κίνα πριν την αυτοκρατορική της ενοποίηση.




[1] Βλ. και C. Lei, Contextualizing legal transplant: China and Hong Kong, in: Methods of Comparative Law (P.G. Monateri, ed.), Research Handbooks in Comparative Law, Edward Elgar, 2012, 192, για το ότι πολύ πριν εκδοθεί το βιβλίο του Alan Watson για την υποδοχή του Ρωμαϊκού δικαίου στην Ευρώπη, η Κίνα είχε ήδη πειραματισθεί και με την εξαγωγή του δικαίου της και με την εισαγωγή αλλοδαπών δικαίων.
[2] T. Ruskola, The East Asian legal tradition, in: The Cambridge Companion to Comparative Law (M. Bussani/U. Mattei, eds), Cambridge University Press, 2012, 257, 266.
[3] Βλ. T. Ruskola, The East Asian legal tradition, in: The Cambridge Companion to Comparative Law (M. Bussani/U. Mattei, eds), Cambridge University Press, 2012, 267 σημ. 22, ο οποίος αναφέρει ότι τελικά η Κορέα ανέπτυξε ένα αλφαβητικό σύστημα γραφής και η Ιαπωνία ένα συλλαβικό σύστημα, ότι όμως οι Κινεζικοί γραφικοί χαρακτήρες συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο και στις δύο γραφές, ιδιαιτέρως στην Ιαπωνική. Σημειώνει εξάλλου, ότι το Βιετνάμ, λόγω των πιέσεων που υφίστατο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής αποικιοκρατίας, έπαψε να χρησιμοποιεί Κινεζικούς χαρακτήρες και άρχισε να χρησιμοποιεί το Ρωμαϊκό αλφάβητο.
[4] Οι Γάλλοι αποικιοκράτες που επικράτησαν στην περιοχή του Βιετνάμ, εισήγαγαν στη χώρα αστικό κώδικα και εμπορικό κώδικα κατά τον ύστερο 19ο αιώνα, συνάντησαν όμως έντονη τοπική αντίδραση, μεγαλύτερη από αυτή που ανέμεναν, βλ. και J. Gillespie, Globalization and Legal Transplantation: Lessons From the Past, 6 Deakin L. Rev. 286, 308 (2001). Η αντίδραση αυτή οφειλόταν κυρίως, όπως σημειώνεται, σε βαθιές διαφορές στον τρόπο σκέψης και στις διανοητικές ταξινομήσεις εκάστου λαού, καθώς και σε διαφορές στη σύλληψη του ανθρώπινου παράγοντα. Πολλά από αυτά που πρέσβευε το αποικιακό δίκαιο για τα ατομικά δικαιώματα, για τις θεωρίες δικαίου και για τον δημοκρατικό φιλελεύθερο κανόνα δικαίου, έκαναν μικρή αίσθηση σε μια κοινωνία η οποία λειτουργούσε με βάση τον «κανόνα της αρετής», δηλαδή την ηθική ηγεσία αυτοκράτορα και μανδαρίνων, καθώς και με βάση αρχές νέο-Κομφουκιανικές και παραδοσιακές κοινοτικές, βλ. J. Gillespie, Towards a Discursive Analysis of Legal Transfers into Developing East Asia, 40 Int’l L.& Pol. 657, 689 (2008). Μετά την κήρυξη ανεξαρτησίας, το 1945, χρειάσθηκε μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου να αντικατασταθεί παντελώς το αποικιακό νομικό σύστημα με Σοβιετικής έμπνευσης νόμους και θεσμούς. Οι εκδοχές αυτές των Σοβιετικών θεσμών διατηρήθηκαν στο Βιετνάμ τριάντα έτη, μέχρι το 1986, οπότε οι μεταρρυθμίσεις doi moi (ανανεωτικές) που εισήγαγε το Έκτο Συνέδριο του κόμματος «άνοιξαν» τη χώρα σε Δυτικές νομικές ιδέες – κυρίως για λόγους οικονομικής κρίσης και ανάγκης προσέλκυσης επενδύσεων. Αυτός είναι και ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους, τις τελευταίες δεκαετίες, αλλάζουν τομείς του δικαίου τους κράτη μη Δυτικά.
[5] Z. Liu/J. Su, Comparative law in China: over 30 years’ development and paradigm shift in research, Chin.J.Comp.L. 1 (2013) 158, 159.
[6] Ε.Ν. Μουσταΐρα, Συγκριτικό Δίκαιο και Πολιτιστικά Αγαθά, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, 77.
[7] T. Ruskola, The East Asian legal tradition, in: The Cambridge Companion to Comparative Law (M. Bussani/U. Mattei, eds), Cambridge University Press, 2012, 271.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου