Translate

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Κτήση ιθαγένειας κράτους από τέκνα αλλοδαπών

4 Απριλίου του 2013 οργανώθηκε εκδήλωση από την Ένωση Δικαίου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΕΔΑΜ) και από τη Νομική Βιβλιοθήκη, με γενικό θέμα τις "Πρόσφατες εξελίξεις στο Δίκαιο Ιθαγένειας". Είχα τη χαρά και την τιμή να ετοιμάσω και να παρουσιάσω μια συγκριτική επισκόπηση δικαίων Ευρωπαϊκών κρατών, αναφορικά με το ζήτημα της κτήσης ιθαγένειας κράτους από τέκνα αλλοδαπών.

Αφενός το γεγονός ότι τη μερίδα του λέοντος σε ανάλογες εισηγήσεις ή ανάλογα άρθρα, έχουν οι ρυθμίσεις 3-4 κρατών (π.χ. Γαλλίας, Γερμανίας, Αγγλίας), αφετέρου η προσωπική "περιέργεια", η ανάγκη να μάθω, με οδήγησαν να επικεντρώσω την έρευνά μου στις ρυθμίσεις άλλων κρατών, ρυθμίσεις που έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και που, δυστυχώς, δεν απασχολούν τους ερευνητές όσο θα έπρεπε.

Το κείμενό μου αυτό θα δημοσιευθεί (με μεταφρασμένες στα ελληνικά τις αλλοδαπές διατάξεις νόμων, τις οποίες εδώ αφήνω στο πρωτότυπο) στο αμέσως προσεχές διάστημα, στη νομική επιθεώρηση της ΕΔΑΔ.

Ακόμα (και πάντα!) μια φωτογραφία με φοιτητές μου. Από την ορκωμοσία μεταπτυχιακών, την άνοιξη του 2011. Κάποιες θα χαρούν, αν δουν τη φωτογραφία (έτσι δεν είναι Γεωργία και Μαρίζα;!)

Φωτογραφία από τη δική μου ορκωμοσία. Η εκλογή μου, ως Επίκουρης Καθηγήτριας, είχε γίνει σε Γ.Σ. του Τμήματος Νομικής, στις 30 Ιουνίου 1999. Η ορκωμοσία έγινε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Ακολούθησαν χρόνια πολύ ενδιαφέροντα, με πολλή δουλειά, πολλά μαθήματα, πολλά συνέδρια και συνδιασκέψεις, στην Ελλάδα και σε διάφορες χώρες. Αγάπησα και αγαπώ πολύ τη διδασκαλική ιδιότητα, τη συγγραφική δημιουργία, τις συναντήσεις με συναδέλφους ημεδαπούς και αλλοδαπούς σε διάφορα fora, το να βλέπω καθαρά τα χνάρια της ζωής. Εύχομαι να έχω τη χαρά να συνεχίσω να δημιουργώ και να βλέπω και τους παλιούς και νέους φοιτητές μου να δημιουργούν. Αυτό είναι που δίνει νόημα στη ζωή.



Κτήση ιθαγένειας κράτους από τέκνα αλλοδαπών – συγκριτική επισκόπηση δικαίων Ευρωπαϊκών κρατών

                                                Ελίνα Ν. Μουσταΐρα
            

Εισαγωγικά Σχόλια
           
Πολλούς νομικούς έχει απασχολήσει το αν και κατά πόσον το ius soli και το ius sanguinis αποτελούν διακριτές συλλήψεις πολιτικής κοινότητας αλλά και το αν και κατά πόσον και άλλοι παράγοντες, ιστορικοί και γεωγραφικοί κυρίως, «παρεμβαίνουν» και επηρεάζουν τις σχετικές αποφάσεις του κάθε κράτους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι ακριβές πως η πρώτη αρχή εκφράζει την αστική, πολιτική σύλληψη της ιθαγένειας και η δεύτερη την εθνική. Έτσι, επισημαίνουν ότι ο λόγος π.χ. που η Ιρλανδία, ο Καναδάς και η Αυστραλία εφαρμόζουν το ius soli, είναι ότι το κληρονόμησαν από το Βρετανικό δίκαιο, στο οποίο εξέφραζε την αξίωση του μονάρχη κυριαρχίας επί όλων εκείνων που γεννιούνταν στην επικράτειά του μάλλον παρά οποιαδήποτε πρόθεση ισότιμης μεταχείρισης. Αντίθετα, το ius sanguinis εισήχθη στη Γαλλία μετά την επανάσταση, προκειμένου να εκφράσει το δικαίωμα των πολιτών να περάσουν την ιθαγένειά τους στα παιδιά τους, ενώ το ius soli, το οποίο παρουσιάζεται συχνά ως η πεμπτουσία της δημοκρατίας, εισήχθη προς το τέλος του 19ου αιώνα στη Γαλλία, με στόχο την ένταξη των παιδιών του αυξανόμενου μεταναστευτικού πληθυσμού της χώρας.
            Είναι μάλλον ορθό το ότι οι νόμοι περί ιθαγένειας των διαφόρων κρατών συχνά απέχουν από το να αποτελούν τμήμα συγκεκριμένου, συστηματοποιημένου προγράμματος. Αντίθετα, αποτελούν συνονθύλευμα διαφόρων επιρροών και τάσεων οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων, σε: ιστορικά γεγονότα εντασσόμενα σε ή διαμορφώνοντα διαφορετικές νομικές παραδόσεις, τοπικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, μεγαλύτερη ή μικρότερη πίεση ασκούμενη από τον εκάστοτε αριθμό εισερχόμενων στα διάφορα κράτη μεταναστών, διεθνείς συμβάσεις με σχετικό αντικείμενο.
            Κάποιοι μάλιστα, εκφράζουν την ακόμα πιο ακραία άποψη, ότι οι δύο αυτές αρχές αποτελούν ευλύγιστους νομικο-τεχνικούς μηχανισμούς οι οποίοι επιτρέπουν πολλαπλές ερμηνείες και συνδυασμούς και ότι τα κράτη – ή μάλλον οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις εντός αυτών – δεν διστάζουν κατά κανόνα να τροποποιήσουν τους εκάστοτε υφιστάμενους κανόνες, εφόσον θεωρούν ότι υπάρχει συγκεκριμένη ανάγκη ή συγκεκριμένο συμφέρον για κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις αυτές, λένε, εξηγούν και το γεγονός ότι π.χ. η Αυστραλία (1986) και η Ιρλανδία (2004) έχουν πλέον περιορισμένο ius soli.
            Βασική αντίρρηση σε αυτή τη θέση είναι ότι οι διατάξεις δημόσιου δικαίου κάθε κράτους φέρουν όντως νόημα και, όπως και στην περίπτωση των κειμένων και των έργων τέχνης, το νόημα αυτό εξαρτάται τόσο από τη δημόσια διάδρασή τους όσο και από τις προθέσεις των δημιουργών. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τις συνταγματικές διατάξεις οι οποίες έχουν μια ειδική συμβολική αξία.
            Μελετώντας τις σχετικές ρυθμίσεις σε διάφορα Ευρωπαϊκά κράτη, διαπιστώνουμε ότι δεν επαληθεύονται κάποιες προκατειλημμένες απόψεις περί «προοδευτικών» ή «συντηρητικών» κρατών× αντίθετα, συνειδητοποιούμε το ανωτέρω αναφερθέν, δηλαδή ότι αποτελούν αυτές συνονθύλευμα διαφόρων επιρροών και τάσεων.

Ιρλανδία

Το 1999 θεσπίστηκε συνταγματική διάταξη η οποία κατοχύρωνε την απόκτηση της Ιρλανδικής ιθαγένειας με βάση την αρχή του ius soli. Η αρχή αυτή ίσχυε από παλαιότερα, με νόμο που είχε θεσπισθεί ήδη από το 1935. Ίσχυε δε και ακόμα παλαιότερα, τον καιρό της ένωσης με τη Βρετανία. Στις 11 Ιουνίου 2004, την εβδομάδα που το Δουβλίνο γιόρταζε το Bloomsday, του James Joyce, δημοψήφισμα επικύρωσε μια συνταγματική τροποποίηση η οποία περιόρισε το συνταγματικό δικαίωμα σε ιθαγένεια με βάση το ius soli σε εκείνους των οποίων ο ένας γονέας είναι Ιρλανδός ή δικαιούται να είναι. Η κυβέρνηση παρουσίασε την τροποποίηση αυτή ως αναγκαία προκειμένου να απαλειφθεί το κίνητρο που ωθούσε γυναίκες να πηγαίνουν στην Ιρλανδία να γεννήσουν, μια πρακτική που περιγράφεται ως «τουρισμός ιθαγένειας» (citizenship tourism)[1].
Οι Ιρλανδικοί νόμοι περί ιθαγένειας εξελίχθηκαν υπό την επιρροή κυρίως τεσσάρων παραγόντων: της Βρετανικής νομικής κληρονομιάς, των δημοκρατικών ιδεών περί του ανήκειν στην πολιτική κοινότητα, όπως αυτές εκφράζονται στα ιδρυτικά κείμενα του κράτους, στην εδαφική αξίωση επί της Βόρειας Ιρλανδίας και στο γεγονός της μετανάστευσης. Οι τρεις πρώτοι παράγοντες συνέβαλαν στην εδραίωση του ius soli, ο τέταρτος στην παρείσφρηση του ius sanguinis.
Όταν ιδρύθηκε το κράτος, όλοι όσοι διέμεναν στο νησί της Ιρλανδίας θεωρήθηκαν πολίτες της. Όμως η Ιρλανδική ιθαγένεια καθορίστηκε σταδιακά με τη νομοθεσία, κυρίως του 1935 και του 1956. Το Σύνταγμα του 1937 προέβλεπε ότι η ιθαγένεια θα καθορίζεται από τον κοινό νομοθέτη.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, κάποιες προταθείσες αλλαγές κατέστησαν το θέμα της απόκτησης της Ιρλανδικής ιθαγένειας αντικείμενο δημόσιου διαλόγου και για πρώτη φορά συνταγματικό ζήτημα.
Η πρώτη αλλαγή επισυνέβη στο πλαίσιο των εξελίξεων στην ειρηνευτική διαδικασία για τη Βόρεια Ιρλανδία και ειδικότερα στην επιδίωξη συμφιλίωσης Βορρά και Νότου. Ως τμήμα της Συμφωνίας της Καλής Παρασκευής (ή του Μπέλφαστ), το άρθρο 2 του Ιρλανδικού Συντάγματος που ενσωμάτωνε την εδαφική αξίωση στη Βόρεια Ιρλανδία απαλείφθηκε και αντικαταστάθηκε (μετά από σχετικό δημοψήφισμα το 1998) από το νέο άρθρο 2:
It is the entitlement and birthright of every person born in the island of Ireland, which includes its islands and seas, to be part of the Irish nation. That is also the entitlement of all persons otherwise qualified by law to be citizens  people of Irish ancestry living abroad who share its cultural identity and heritage”.
Αυτή η τροποποίηση είχε ως σκοπό να καθιερώσει συνταγματικά ό,τι πρωτύτερα ίσχυε ως κοινός νόμος. Μεταξύ άλλων, παρέσχε το δικαίωμα στην Ιρλανδική ιθαγένεια σε όσους έχουν γεννηθεί στη Βόρεια Ιρλανδία, ανεξαρτήτως της αξίωσης εδαφικής κυριότητας επί της Βόρειας Ιρλανδίας. Ανυψώνοντάς τη από δικαίωμα με βάση νόμο σε δικαίωμα με βάση Συνταγματική διάταξη, έδωσε στην ιθαγένεια με βάση το ius soli πρόσθετη συμβολική αναγνώριση. Θα πρέπει να τονισθεί εδώ, το ότι το άρθρο αναφέρεται στην ιδιότητα μέλους του Ιρλανδικού έθνους και όχι του Ιρλανδικού κράτους.
Το 2004, μια διαφορετική σειρά γεγονότων οδήγησε στον περιορισμό της ιθαγένειας με βάση το ius soli. Συνέπεια της αυστηροποίησης της διαδικασίας παροχής ασύλου, η οποία έλαβε χώρα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ήταν να μειωθούν τα αιτήματα ασύλου, αλλά συγχρόνως να αυξηθούν οι αιτήσεις άδειας παραμονής από αλλοδαπούς, με βάση τη συγγένειά τους με γεννημένους στην Ιρλανδία πολίτες του κράτους. Επίσης αυξήθηκαν πολύ οι έγκυοι που εμφανίζονταν σε Ιρλανδικά μαιευτήρια για πρώτη φορά προς το τέλος της εγκυμοσύνης ή ακόμα και στη διάρκεια των ωδινών του τοκετού.
Τον Ιανουάριο του 2003, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως η συγγένεια με Ιρλανδό πολίτη δεν παρέχει αυτόματο δικαίωμα παραμονής στο κράτος. Όμως κάποιοι συνέχισαν να εκφράζουν ανησυχίες για το ανωτέρω γεγονός, αφού η συγγένεια με Ιρλανδό πολίτη ναι μεν δεν εγγυάτο πλέον παραμονή στην Ιρλανδία, εν τούτοις ήταν δυνητική βάση για αξίωση παραμονής σε άλλες χώρες της ΕΕ. Έτσι, η Ιρλανδική κυβέρνηση εισήγαγε πρόταση περιορισμού του ius soli, ως μια τεχνική αλλαγή αναγκαία για την απάλειψη ενός διεστραμμένου κινήτρου για τοκετό στην Ιρλανδία. Οι λόγοι που προβλήθηκαν για τον περιορισμό αυτόν, περιλάμβαναν: τη διατήρηση της ακεραιότητας της Ιρλανδικής ιθαγένειας, την ευθυγράμμιση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, τη μείωση της πίεσης στα μαιευτήρια, την προστασία της υγείας των νεογνών και των μητέρων τους που παρακινούνταν να ταξιδεύουν στα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης τους.
Προτάθηκε λοιπόν και μετά από υπερψήφισή της σε δημοψήφισμα προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 9 του Ιρλανδικού Συντάγματος, ως εξής:
Notwithstanding any other provision of this Constitution, a person born in the island of Ireland, which includes its islands and its seas, who does not have, at the time of his or her birth, at least one parent who is an Irish citizen or entitled to be an Irish citizen is not entitled to Irish citizenship or nationality, unless otherwise provided for by law”.
Στη συνέχεια θεσπίσθηκε ο Ιρλανδικός Νόμος περί Ιθαγένειας και Εθνικότητας (Irish Citizenship and Nationality Act) του 2005, ο οποίος απονέμει ιθαγένεια με βάση το ius soli μόνον σε παιδί του οποίου ένας γονέας διέμενε νόμιμα στο κράτος για 3 από τα προηγούμενα 4 έτη.

Δανία

Η υφιστάμενη νομοθεσία ιθαγένειας βασίζεται γενικά στις Δανέζικες παραδόσεις ιθαγένειας. Το δίκαιο ιθαγένειας του κράτους έχει την προέλευσή του σε πολιτικές συνθήκες που φθάνουν πίσω στον 18ο αιώνα. Εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη η επιρροή που ασκούσαν στην κρατική διοίκηση αλλοδαποί, κυρίως Γερμανοί. Το 1776 ο Δανός Βασιλιάς εξέδωσε πράξη για το Indfødsret ή Ius Indigenatus, σύμφωνα με την οποία η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις στο Βασίλειο της Δανίας καθίστατο αποκλειστικό δικαίωμα των γεννημένων στη Δανία υποκειμένων και εκείνων που εθεωρούντο ίσοι με αυτούς.
Αρχικά η απόκτηση ιθαγένειας βασιζόταν στο ius soli, αλλά σύντομα άρχισε να αυξάνεται η σημασία του ius sanguinis, αφού μόνον τα τέκνα Δανών, τα οποία είχαν γεννηθεί εντός της επικράτειας της Δανίας αποκτούσαν αυτό το Indfødsret με τη γέννησή τους, ενώ τα τέκνα αλλοδαπών γονέων, τα οποία είχαν γεννηθεί εντός της επικράτειας, θα έπρεπε να παραμείνουν στο Βασίλειο της Δανίας, προκειμένου να πληρωθούν τα κριτήρια απόκτησης αυτού του καθεστώτος.
Όταν το 1849 η Δανία έγινε δημοκρατία, ο Βασιλιάς έχασε την εξουσία απονομής της ιδιότητας πολίτη της χώρας – πλέον το Σύνταγμα όριζε ότι οι αλλοδαποί μπορούσαν να αποκτούν Indfødsret μόνο με νόμο. Ήταν κατ’εκείνη την περίοδο που το Indfødsret άρχισε να θεωρείται ανάλογο της σημερινής έννοιας της ιθαγένειας, αφού πλέον στο καθεστώς αυτό αναλογούσαν πολιτικά δικαιώματα.
Εκτός της αλλαγής στην πολιτογράφηση που επέφερε το Σύνταγμα του 1849, ο νόμος του 1776 παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1898, όταν η Δανία υιοθέτησε τον πρώτο της γενικό νόμο περί ιθαγένειας, αλλάζοντας την ακολουθούμενη θεμελιώδη αρχή κτήσης ιθαγένειας, από το ius soli στο ius sanguinis[2].  
Μεταρρύθμιση του νόμου περί ιθαγένειας έλαβε χώρα το 1925 και μετά πάλι το 1950, οπότε και εισήχθη ως αρχή η ισότητα των φύλων (υπάρχει ακόμα κάποια ανισότητα, αφού μόνο τέκνα Δανής μητέρας και όχι Δανού πατέρα αποκτούν τη Δανική ιθαγένεια ex lege, κατά το χρόνο της γέννησής τους, εφόσον γεννηθούν στην αλλοδαπή και εκτός γάμου). Ο νόμος του 1950 ισχύει ακόμα, έχοντας υποστεί αρκετές τροποποιήσεις, ειδικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών.
Από το τέλος του 19ου αιώνα ο Δανικός νόμος περί ιθαγένειας βασίσθηκε στη συνεργασία μεταξύ των Σκανδιναυικών χωρών. Μέχρι πρόσφατα, οι νόμοι περί ιθαγένειας των χωρών αυτών ήσαν περίπου ταυτόσημοι. Η βασική διαφορά στον τρόπο πολιτογράφησης οφείλεται στο ότι το Σύνταγμα της Δανίας απαιτεί οι αλλοδαποί να αποκτούν τη Δανική ιθαγένεια με νόμο, δηλαδή οι σχετικές αποφάσεις ενσωματώνονται σε νόμους που απονέμουν την ιθαγένεια και αναφέρουν το όνομα του κάθε αιτούντος, καθώς και τα υπόλοιπα απαιτούμενα στοιχεία του.
Το ότι πλέον υφίστανται διαφορές μεταξύ των δικαίων ιθαγένειας των Σκανδιναυικών χωρών οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην αλλαγή στάσης κάποιων από αυτές απέναντι στο ζήτημα της πολλαπλής ιθαγένειας. Παραδοσιακά όλες αυτές οι χώρες ήσαν αρνητικές στο παρελθόν. Από όταν υιοθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια, το 1997, η οποία αποδέχεται την πολλαπλή ιθαγένεια, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ισλανδία μεταρρύθμισαν τους νόμους τους περί ιθαγένειας, καθιερώνοντας ως αρχή την αποδοχή της πολλαπλής ιθαγένειας, ενώ η Δανία αρνήθηκε σθεναρά να αλλάξει την παραδοσιακά αρνητική της στάση έναντι αυτού του καθεστώτος. Επίσης η Δανία διατηρεί αυστηρότερες προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση: είναι η μόνη Σκανδιναυική χώρα που θέτει προϋπόθεση διαμονής 9 ετών (8 έτη για πολιτικούς πρόσφυγες και για απάτριδες) καθώς και μια προϋπόθεση γενικής διαγωγής, αποκλείοντας μονίμως τους αλλοδαπούς που έχουν καταδικασθεί σε φυλάκιση τουλάχιστον 18 μηνών. Αλλά και οι απαιτήσεις γλώσσας έγιναν πιο αυστηρές, αρχικά τον Ιούνιο 2002 και στη συνέχεια τον Δεκέμβριο 2005 και τον Νοέμβριο 2008. Αποτέλεσμα ήταν μια απότομη πτώση στον αριθμό των πολιτοποιήσεων από το 2002 στο 2003. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε μια αύξηση μέχρι το 2006 και μετά πάλι μια νέα πτώση που μάλλον είναι μόνιμη, αφού εκτός από τις αυστηρότερες προϋποθέσεις γλώσσας, θεσπίσθηκε και ένας νέος όρος, σύμφωνα με τον οποίο οι αιτούντες τη Δανική ιθαγένεια θα πρέπει να είναι αυτοσυντήρητοι, δηλαδή να μην έχουν εισπράξει κοινωνικά βοηθήματα για συνολική περίοδο μισού έτους τα τελευταία 5 έτη.
Αυτοί οι αυστηροί φραγμοί στην πολιτογράφηση μεταναστών που διαμένουν πολλά έτη στη Δανία, δεν ισχύουν για τους πολίτες άλλων Σκανδιναυικών χωρών, για τους οποίους αρκεί η διετής διαμονή στη Δανία. Από το 2004 δε, οι μετανάστες δεύτερης γενιάς από άλλες Σκανδιναυικές χώρες δικαιούνται να αποκτήσουν τη Δανική ιθαγένεια.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Δανικός συνταγματικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στη Δανία απαιτείται η διαμονή στη χώρα. Μια άλλη ιδιαιτερότητα του Δανικού νόμου περί αλλοδαπών – τροποποίηση του 2002 – είναι το ότι και οι Δανοί και οι μη Δανοί, προκειμένου να επανεγκατασταθούν στη Δανία με την αλλοδαπή οικογένειά τους, θα πρέπει να έχουν στενότερους συνδέσμους με τη Δανία από ό,τι με άλλη χώρα. Η ισχυρή δημόσια κριτική που ασκήθηκε στη ρύθμιση αυτή, ανάγκασε την κυβέρνηση να αλλάξει πάλι το νόμο, το 2004, και από τότε δεν απαιτείται αυτή η προϋπόθεση του συνδέσμου για τους Δανούς που έχουν τη Δανική ιθαγένεια για τουλάχιστον 28 έτη[3].

Πορτογαλία
           
Το 2006 τέθηκε σε ισχύ νέος νόμος περί ιθαγενείας και μεταξύ των τροποποιήσεων που αυτός επέφερε στο προηγούμενο καθεστώς, ήταν ότι ενίσχυσε την αρχή του ius soli. Στην έκθεση αναφερόταν ότι συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι «πολλοί κατιόντες μεταναστών, που τώρα είναι αλλοδαποί, ποτέ δεν γνώρισαν άλλη χώρα, εκτός από την Πορτογαλία, στην οποία γεννήθηκαν.
            Όπως αναφερόταν σε σχετικό σχόλιο, αυτοί που βασικά θα ευνοούνταν από τον νέο νόμο, θα ήσαν τα τέκνα των αφρικανών μεταναστών, αφού αυτοί είναι που βρίσκονταν περισσότερα χρόνια στην Πορτογαλία.
            Έτσι, αποκτούν την Πορτογαλική ιθαγένεια όσοι γεννήθηκαν στην Πορτογαλική επικράτεια, τέκνα αλλοδαπών, αν τουλάχιστον ο ένας από τους δύο γονείς είχε γεννηθεί εκεί και εκεί είχε τη διαμονή του, κατά τον χρόνο της γέννησης του τέκνου.
            Επίσης αποκτούν την Πορτογαλική ιθαγένεια όσοι γεννήθηκαν στην Πορτογαλική επικράτεια, τέκνα αλλοδαπών οι οποίοι δεν ανήκουν στην υπηρεσία του κράτους της ιθαγένειάς τους, που δηλώνουν ότι θέλουν να είναι Πορτογάλοι, εφόσον κατά τη στιγμή της γέννησης, ένας από τους γονείς διαμένει νόμιμα εκεί, για τουλάχιστον 5 έτη.
            Τα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών τα οποία έχουν γεννηθεί στην Πορτογαλία μπορούν να αποκτήσουν την Πορτογαλική ιθαγένεια εφόσον «κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ένας από τους γονείς διαμένει νόμιμα στο κράτος ήδη από τουλάχιστον 5 έτη ή εφόσον ο ανήλικος έχει ολοκληρώσει εκεί τον βασικό πρώτο κύκλο σπουδών»[4].

Ισπανία
           
Όλο και πιο συχνά προσφεύγουν οι ενδιαφερόμενοι στον μηχανισμό που προβλέπει το άρθρο 17.1c του Ισπανικού ΑΚ ως τρόπο αυτόματης κτήσης της Ισπανικής ιθαγένειας των γεννώμενων στην Ισπανία τέκνων αλλοδαπών, «εφόσον η νομοθεσία κανενός από αυτούς δεν απονέμει στο τέκνο ιθαγένεια». Αυτή είναι και η σταθερή θέση της Dirección General de los Registros y del Notariado, εφόσον, ερμηνευθέντος του αλλοδαπού δικαίου, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι το γεννηθέν στην Ισπανία τέκνο είναι ανιθαγενές[5].
            Ορίζει το άρθρο 17.1c:
            “Son españoles de origen:
            c) Los nacidos en España de padres extranjeros si ambos carecieron de nacionalidad o si la legislación de ninguno de ellos atribuye al hijo una nacionalidad”.
            Νόμος του 1954 καθιέρωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα κτήσης ιθαγένειας με βάση το ius soli, δυνατότητα συμπληρωματική πάντως της κύριας που βασίζεται στο ius sanguinis. Στη συνέχεια, το 1982 νέος νόμος εισήγαγε τροποποιήσεις που διατηρούνται στο σημερινό άρθρο (και μετά τον νόμο του 2002), και οι οποίες τροποποιήσεις εισήχθησαν προκειμένου η Ισπανία να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε με την προσχώρηση σε διεθνή κείμενα, όπως την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, το Διεθνές Σύμφωνο αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων του 1966 (το 1977). Επίσης απάντηση στις διεθνείς υποχρεώσεις της Ισπανίας αποτελεί το άρθρο 39.4 του Ισπανικού Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι “Los niños gozarán de la protección prevista en los acuerdos internacionales que velan por sus derechos” αλλά και η μεταγενέστερη επικύρωση από την Ισπανία της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 1989 (το 1990), σύμφωνα με το άρθρο 7.1 της οποίας «το παιδί δικαιούται από τη στιγμή της γέννησής του να αποκτήσει μια ιθαγένεια».
            Οι σχετικές αναλύσεις που έχουν γίνει σχετικά με το άρθρο αυτό και τις δυνατότητες που προσφέρει, καταλήγουν στα εξής συμπεράσματα:
            Σκοπός του άρθρου 17.1 c ήταν η αποφυγή καταστάσεων ανιθαγένειας. Δεν θα πρέπει όμως να μετατρέπεται σε καταφύγιο ad voluntatem των αλλοδαπών γονέων προκειμένου να αποκτήσουν την Ισπανική ιθαγένεια του γεννηθέντος στην Ισπανία τέκνου τους.
            Δεν θα πρέπει να προχωράει αυτή η διαδικασία απόκτησης της Ισπανικής ιθαγένειας στις περιπτώσεις που υφίσταται μια «νομιζόμενη ιθαγένεια» (putativa nacionalidad) αλλά και όταν η νομοθεσία της ιθαγένειας των γονέων διευκολύνει την απόκτησή της μέσω της καταχώρησης της γέννησης στα μητρώα του αντίστοιχου προξενείου.
            Συνέπειες μη ηθελημένες από τον Ισπανό νομοθέτη είναι να καθίσταται το γεννηθέν στην Ισπανία τέκνο, «παιδί άγκυρα», δηλαδή μέσον αποφυγής εφαρμογής των κανόνων που αφορούν στην είσοδο και παραμονή των αλλοδαπών στην Ισπανία.
            Εξάλλου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με τη διαδικασία αυτή ανοίγει μια «έμμεση» οδός πρόσβασης στην Ευρωπαϊκή ιθαγένεια, χωρίς να μπορούν τα υπόλοιπα Κράτη μέλη να αμφισβητήσουν τον τρόπο απόκτησης της ιθαγένειας ούτε να επιβάλουν πρόσθετες προϋποθέσεις για την αναγνώριση αυτής, αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε επέμβαση στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών όπως προβλέπονται στη Συνθήκη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
            Με την εφαρμογή της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο αυτό, συχνά δημιουργούνται στην πράξη άνισες – άδικες καταστάσεις, όπως π.χ. σε σχέση με εκείνους που δεν μπορούν να επικαλεσθούν αυτή τη ρύθμιση, επειδή τους έχει απονεμηθεί άλλη ιθαγένεια, η οποία όμως παραμένει ανενεργή – τέτοια είναι η περίπτωση των προσφύγων.
            Εν τέλει, σημειώνεται πως θα πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην εξέλιξη των κανόνων περί ιθαγένειας, οι οποίοι κανόνες είναι εφαρμοστέοι στους αλλοδαπούς γονείς τέκνων γεννημένων στην Ισπανία.

Βέλγιο

Νέος νόμος περί ιθαγένειας θεσπίσθηκε στις 4.12 2012 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2013. Πλέον, καθίσταται δυσκολότερη η απόκτηση ιθαγένειας. Γενικά, ο νόμος στοχεύει στην αντικειμενικοποίηση της απόκτησης της ιθαγένειας του κράτους και να την αποσυνδέσει από το φαινόμενο της μετανάστευσης. Βασική σκέψη του Βέλγου νομοθέτη ήταν ότι η ιθαγένεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί μέσον προς απόκτηση άδειας παραμονής ή προς ενίσχυση του διοικητικού status του αλλοδαπού. Πλέον μόνον τα πρόσωπα που έχουν εγκατασταθεί οριστικά στο Βέλγιο μπορούν να καταθέσουν σχετική δήλωση ή αίτηση απόκτησης της Βελγικής ιθαγένειας. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη χρονική στιγμή της αίτησης ή της δήλωσης, ο αλλοδαπός θα πρέπει να έχει ήδη αποκτήσει δικαίωμα απεριόριστης παραμονής στο Βέλγιο και να έχει οριστικοποιήσει εκεί τη μόνιμη διαμονή του, να γνωρίζει μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους και να έχει ενσωματωθεί. Βασικά καινούρια στοιχεία του νέου νόμου είναι, μεταξύ άλλων, ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να καταστεί κάποιος Βέλγος όντας στην αλλοδαπή, ότι η πολιτογράφηση καθίσταται περιπλοκότερη και ότι εφαρμόζονται αυστηρότερα κριτήρια για τη διατήρηση της ιθαγένειας. Καταργούνται πλέον οι ελαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονταν σε νόμο του 2000 ο οποίος είχε εισαγάγει μια επιταχυνθείσα διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας.
Καθίσταται πλέον δυσκολότερη και για τα παιδιά η απόκτηση της Βελγικής ιθαγένειας. Έτσι, αποκτά τη Βελγική ιθαγένεια:
-       Το παιδί που γεννιέται στο Βέλγιο, εφόσον ένας τουλάχιστον από τους γονείς του έχει γεννηθεί και αυτός στο Βέλγιο και έχει εκεί την κύρια διαμονή του για 5 έτη στη διάρκεια των 10 ετών που προηγούνται της γέννησης του παιδιού.
-       Το παιδί που γεννιέται στο Βέλγιο και υιοθετείται από αλλοδαπό, εφόσον και ο ίδιος ο υιοθετών έχει γεννηθεί στο Βέλγιο και έχει εκεί την κύρια διαμονή του για 5 έτη στη διάρκεια των 10 ετών που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία η υιοθεσία παράγει τις συνέπειές της.
Επίσης αποκτά τη Βελγική ιθαγένεια, κατόπιν δήλωσης των γονέων ή των υιοθετούντων, το παιδί που έχει από τη γέννησή του την κύρια διαμονή του στο Βέλγιο. Οι γονείς ή οι υιοθετούντες θα πρέπει, αφενός να κάνουν μια τέτοια δήλωση πριν το παιδί φθάσει στην ηλικία των 12 ετών, αφετέρου να είχαν την κύρια διαμονή τους στο Βέλγιο κατά τα 10 έτη που προηγούνται της δήλωσης. Επιπλέον, ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς θα πρέπει να έχει αποκτήσει άδεια  απεριόριστης παραμονής στο Βέλγιο κατά τη χρονική στιγμή υποβολής της δήλωσης αυτής.
Βασική υπόθεση που πυροδότησε συζητήσεις και εξελίξεις στα κράτη της Ε.Ε. ήταν η C-34/09, Ruiz Zambrano c. ONEM - απόφαση του ΔΕΕ της 8.3.2011.  Βασικό ζήτημα ήταν η Ευρωπαϊκή κοινοτική ιθαγένεια. Επρόκειτο στην ουσία, σύμφωνα με κάποια άποψη (όχι ομόφωνη, βέβαια), για ένα ζήτημα καθαρά εσωτερικό, εν τούτοις το ΔΕΕ ερμήνευσε την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ   (ελευθερία κυκλοφορίας εντός της ΕΕ) με γνώμονα την κοινοτική ιθαγένεια ως «θεμελιώδες καθεστώς» και όχι, όπως μέχρι τότε το είχε κάνει σε προηγούμενες αποφάσεις, αναφερόμενο στη συγκεκριμένη κατάσταση του προσώπου που μετακινείται εντός της Ένωσης ή που αλλάζει τον τόπο διαμονής του σε άλλο κράτος μέλος[6].
Κατά μια άποψη, το ΔΕΕ οικοδομεί μια έννοια της ιθαγένειας ευρύτερη και λειτουργικότερη από εκείνη της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Μια έννοια που φαίνεται να μοιάζει περισσότερο στην αρχική έννοια της ιθαγένειας, όπως την είχε ορίσει η διακήρυξη της Virginia, του 1776, σύμφωνα με την οποία, τα πρόσωπα που έχουν αποδείξει επαρκώς την προσχώρησή τους και το ενδιαφέρον τους για την κοινότητα, είναι σε θέση να την οδηγούν, να διαμορφώνουν τη βούλησή της[7].

Ιταλία
           
Πρόκειται επίσης για μια χώρα με πολλά προβλήματα λόγω της αθρόας εισόδου κατά καιρούς μεταναστών, νόμιμων και παράνομων. Υποστηρίζεται από κάποιους νομικούς [και] εκεί, ότι θα έπρεπε η μετανάστευση να μπαίνει στο κέντρο της συλλογιστικής γύρω από τη σχέση μεταξύ κοινότητας και ιθαγένειας. Κάποιοι συνδέουν το δικαίωμα παραμονής με την ιθαγένεια – ακριβώς όμως δικαίωμα παραμονής στην Ιταλία έχουν μόνον όσοι έχουν την Ιταλική ιθαγένεια (άρθρο 16 Ιταλικού Συντάγματος, το οποίο μιλάει για το δικαίωμα παραμονής “di ogni cittadino”), ενώ το όποιο σχετικό δικαίωμα του αλλοδαπού ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το Ιταλικό Συνταγματικό δικαστήριο, περιορίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα αυτού (του δικαίου) στο θέμα της «μετανάστευσης», σε “aspetti che attengono alle politiche di programmazione dei flussi di ingresso e di soggiorno nel territorio nazionale” (πιο πρόσφατη απόφαση, η 134/2010) και στη νομιμοποίησή τους (απόφαση 201/2005).
            Στην απόφαση 172/2012 ανακεφαλαιώθηκε πως η ρύθμιση της εισόδου και της παραμονής του αλλοδαπού στην εθνική επικράτεια, σύμφωνα με τη νομολογία του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, εξαρτάται από τη λήψη υπόψη πολλαπλών δημόσιων συμφερόντων από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος είναι κατ’αρχήν αρμόδιος και ο οποίος έχει στο θέμα αυτό ευρεία διακριτική ευχέρεια. Στη διακριτική αυτή ευχέρεια υπάγονται ο καθορισμός των απαιτούμενων προϋποθέσεων για τις άδειες παραμονής και εργασίας στην Ιταλία που παρέχονται σε πολίτες τρίτων κρατών, καθώς και το αν θα αφαιρεθεί ή θα ανανεωθεί η άδεια παραμονής, η απέλαση των αλλοδαπών, η νομιμοποίηση της παράνομης εργασίας, κλπ[8].

Συμπερασματικά σχόλια

            Οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν να διατηρούν την ιθαγένεια που απέκτησαν στη γέννησή τους. Μόνον ένα ποσοστό 2% παγκοσμίως αποκτούν άλλη ιθαγένεια στη συνέχεια. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο σε κάποιες χώρες εκούσιας υποδοχής μεταναστών: για παράδειγμα, στον Καναδά και στην Αυστραλία, το ποσοστό των πολιτών που είχαν γεννηθεί σε άλλη χώρα ανέρχεται σε 15-25% του συνολικού πληθυσμού.
            Η ιθαγένεια είναι θεσμός εσωτερικού δικαίου που «εισήχθη» στο ΔΔΔ. Το ΔΔΔ δεν είναι πια μόνον ένα δίκαιο σχέσεων μεταξύ κρατών, είναι και ένα δίκαιο κοινό σε όλα τα κράτη. Λόγω των διεθνών τους δεσμεύσεων, τα κράτη υποχρεούνται να παράσχουν προστασία σε όλα τα πρόσωπα που διαμένουν νόμιμα στο έδαφός τους ή που βρίσκονται σε χώρο της δικαιοδοσίας τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας. Οπωσδήποτε προβλέπεται η δυνατότητα κάποιων διαβαθμίσεων ή κάποιες εξαιρέσεων και μεταξύ αυτών είναι και τα δικαιώματα που συνδέονται με τη λεγόμενη «πολιτική υπηκοότητα». Ήδη το 1989, η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δήλωνε πως: «Η απόλαυση  δικαιωμάτων και ελευθεριών επί ίσης βάσης, εν τούτοις, δεν σημαίνει πανομοιότυπη μεταχείριση σε κάθε περίπτωση. Σε αυτό το θέμα, οι διατάξεις του Συμφώνου είναι σαφείς».
Με τα πολιτικά δικαιώματα εξισώνεται από τα διεθνή κείμενα και το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Δεν υπάρχει λοιπόν διεθνής περιορισμός στον καθορισμό των δικαιούχων των πολιτικών δικαιωμάτων που συνδέονται άμεσα με την ιδιότητα του πολίτη ενός κράτους[9]: τα κράτη παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν ποιοι θα έχουν πολιτικά δικαιώματα εντός της επικράτειάς τους και αν αυτοί θα είναι όσοι έχουν έναν ουσιαστικό σύνδεσμο με το κράτος, αν δηλαδή θα εξαρτάται η ιδιότητα του πολίτη από την εθνικότητα), όπως συμβαίνει στα περισσότερα κράτη.





[1] I.Honohan, Bounded citizenship and the meaning of citizenship laws: Ireland’s ius soli citizenship referendum, in: Managing Diversity: Practices of Citizenship in Australia, Canada and Ireland, L. Cardinal & N. Brown (eds), University of Ottawa Press, 2007, 63.
[2] E. Ersboll, Report on Denmark, EUDO Citizenship Observatory, September 2009, revised April 2010.
[3] Σημειώνεται ότι τα κριτήρια για την πολιτογράφηση δεν υιοθετούνται με νόμο, παρά είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας (με κλειστές πόρτες) από τα κόμματα που αποτελούν την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου.

[4] Από την έναρξη του νέου αυτού νόμου, η αρμοδιότητα για την αποδοχή των αιτήσεων κτήσης ιθαγένειας με πολιτογράφηση, πέρασε από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Συνόρων σε Υπηρεσία των Κεντρικών Ληξιαρχείων.
[5] A.P. Abarca Junco/M.V. Gómez-Urrutia, El artículo 17.1 c) del Código Civil.¿Mecanismo de lucha contra la apatridia o un “nuevo” modo de adquisición voluntaria de la nacionalidad española?, 14 Revista Electrónica de Estudios Internacionales (2007), www.reei.org

[6] A.P. Abarca Junco/M.V. Gómez-Urrutia, El estatuto de ciudadano de la Unión y su posible incidencia en el ámbito de aplicación del derecho comunitario (STJUE Ruiz Zambrano).
[7] P. Juárez Pérez, La inevitable extensión de la ciudadanía de la Unión: a propósito de la STJUE de 8 de Marzo de 2011 (asunto Ruiz Zambrano), Cuadernos de Derecho Transnacional (Octubre 2011), 249, 266.
[8] L. Ronchetti, I diritti di Cittadinanza degli immigrati e il ruolo delle regioni, Italian Papers on Federalism, no.1, 2013.
[9] Mp. Lanfranchi, Les notions de nationalité et citoyenneté interrogées par le droit international public, in : Mp. Lanfranchi, O. Lecucq, D. Nazet-Allouche (ed.), Nationalité et citoyenneté : perspectives de droit public comparé, droit européen, droit international public, Journée de l’UMR 6201, Bruylant, Bruxelles 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου