Translate

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Angkor Wat, Cambodia

Επειδή η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, δυστυχώς, συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, φοβάμαι, είπα να σας "μιλήσω" για έναν υπέροχο τόπο, τον οποίο εύχομαι να επισκεφθώ κάποια ημέρα.



Από το βιβλίο μου "Συγκριτικό Δίκαιο και Πολιτιστικά Αγαθά", Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, σ. 131-133:

"Ανγκόρ – Καμπότζη

Ο πολιτισμός της Ανγκόρ αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς του κόσμου – κατά μια άποψη, ισότιμο αυτών που δημιούργησαν τις πυραμίδες στην Αίγυπτο, τους ναούς στην Ινδία και τις παγόδες στην Κίνα[1]. Η Καμπότζη είχε πολύ ταραγμένη πολιτική ιστορία και συνεχείς συνοριακούς πολέμους με τις περιοχές που αποτελούν σήμερα τα κράτη της Ταϊλάνδης και του Βιετνάμ, για δύο αιώνες. Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισαν εσωτερικές μάχες εξουσίας από διάφορες τοπικές πολιτικές ομάδες. Το 1972 ανέβηκαν στην εξουσία οι Κόκκινοι Χμερ, οι οποίοι επέβαλαν ένα ακραία σταλινικό κομμουνιστικό καθεστώς. Το 1978, το γειτονικό Βιετνάμ εισέβαλε στη χώρα και το αποτέλεσμα ήταν, ναι μεν να πάψουν οι φρικαλεότητες των Κόκκινων Χμερ, αλλά να αρχίσει ένας εμφύλιος πόλεμος ο οποίος διήρκεσε περίπου 13 χρόνια. Το Βιετνάμ αποσύρθηκε από την Καμπότζη το 1989, μετά από πιέσεις του ΟΗΕ αλλά και τον Σοβιετικών υποστηρικτών του Βιετνάμ. Στα γεγονότα αυτά οφειλόταν και ο αποκλεισμός των αλλοδαπών από τη χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 1990.
            Η πρώτη ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας στην Καμπότζη, υπολογίζεται σε 6.000 χρόνια πριν. Τον 9ο αιώνα μ.Χ. άρχισε η αυτοκρατορία των Χμερ, όταν ο Τζαγιαβαρμάν ο Β’, αρχηγός της φυλής των Χμερ, ένωσε τα δύο κράτη που αποτελούν τη σημερινή Καμπότζη. Στη μεγάλη της ακμή, η Καμπότζη εκτεινόταν από τη Μπούρμα, σημερινή Μυανμάρ, μέχρι την Ινδοκίνα, σημερινό Βιετνάμ, αλλά και τμήματα της Κίνας και της Μαλαισίας.
            Οι Χμερ είχαν μεγάλη γνώση υδραυλικών συστημάτων και αρχιτεκτονικής και μπορούσαν να εκμεταλλευθούν τις άφθονες τροπικές βροχοπτώσεις για τις ανάγκες τους αγροκαλλιεργειών. Ο Ιντραβαρμάν Ι έκτισε το πρώτο αστικό σύμπλεγμα στην πριν την Ανγκόρ πρωτεύουσα Χαριχαραλάγια, πλέον γνωστή ως Ρολουός. Στο κέντρο των αστικών τους συμπλεγμάτων ήταν πάντα ναός. Ο Βουδισμός Μαχαγιάνα και ο Ινδουισμός, οι κυρίαρχες θρησκείες εκείνη την εποχή, επηρέασαν την πρακτική των Χμερ, να κτίζουν ναούς που σημαίνουν την εξουσία του βασιλιά ως ευθέως απογόνου των θεών. Και οι διάδοχοι του Ιντραβαρμάν Ι ακολούθησαν την πρακτική του και κατασκεύαζαν όλο και μεγαλύτερα και συνθετότερα αστικά συμπλέγματα, παλάτια και ναούς στην Ανγκόρ, μέχρι το 1200 μ.Χ. Μετά από 5 αιώνες ευημερίας, η αυτοκρατορία των Χμερ περιέπεσε σε παρακμή και η Ανγκόρ δεν απέκτησε ξανά την προηγούμενη δόξα της.
            Ο αρχαιολογικός χώρος της Αγκόρ αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος του κόσμου: η προστατευόμενη περιοχή καλύπτει τετρακόσια τετραγωνικά χιλιόμετρα, περιλαμβανομένης δασικής έκτασης. Ο ναός Ανγκόρ Βατ, ο μεγαλύτερος ναός του χώρου, αποτελεί τμήμα ενός θρησκευτικού συμπλέγματος, το οποίο υπολογίζεται ότι είναι περίπου τριπλάσιο σε έκταση από το Μανχάταν. Άρχισε να κτίζεται τον 12ο αιώνα και ολοκληρώθηκε μετά από 37 έτη. Θεωρείται το μεγαλύτερο πέτρινο μνημείο του κόσμου, αλλά και γενικά το μεγαλύτερο θρησκευτικό οικοδόμημα του κόσμου.
            Παρά την εγκατάλειψη της Ανγκόρ από τους Χμερ, Βουδιστές μοναχοί συντήρησαν κάποιους από τους ναούς του χώρου αυτού. Όμως οι προσπάθειές τους δεν αρκούσαν για να αποτρέψουν την επιδείνωση της κατάστασης των κατασκευών, είτε από το πέρασμα του χρόνου, είτε από φυσικές αιτίες. Επίσης η τροπική βλάστηση αποτελούσε μόνιμη απειλή, αφού οι ρίζες – κυρίως των φίκων – έσπαγαν τα θεμέλια των κτισμάτων.
            Παρ’ό,τι υπήρξαν και κάποιοι άλλοι αλλοδαποί που είχαν ταξιδέψει στην Καμπότζη για να θαυμάσουν την περιοχή, ήδη από τον 16ο αιώνα, θεωρείται ότι αυτός που «επανακάλυψε» τη χαμένη πόλη της Αγκόρ ήταν ο Γάλλος εξερευνητής Henri Mouhot, στη δεκαετία 1850. Μετά τον θάνατό του, παρουσιάσθηκαν στη Βασιλική Γεωγραφική Εταιρία της Γαλλίας, το 1862, επιστολές του και λεπτομερή σχέδια της Ανγκόρ, με αποτέλεσμα να προκληθεί το ενδιαφέρον διεθνώς για την περιοχή αυτή.
            Από τον 17ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, η Καμπότζη και το γειτονικό Βιετνάμ ήταν σε πόλεμο μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την εξασθένιση της Καμπότζης. Το 1863, ο Βασιλιάς Νοροντόμ ζήτησε τη Γαλλική προστασία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αξιώσεις του Βιετνάμ για περιοχές της Καμπότζης. Από τότε μέχρι το 1954, η Καμπότζη κατέστη de facto αποικία της Γαλλίας, αν και τυπικά ορίσθηκε ως προτεκτοράτο.
            Το 1898, η Γαλλία ίδρυσε τη Γαλλική Σχολή της Άπω Ανατολής (Ecole Française dExtrême-Orient), με σκοπό τη μελέτη και αναστήλωση των μνημείων της Ανγκόρ. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα και σταμάτησαν τελείως κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τους Κόκκινους Χμερ.
Για την επίσημη λήξη του πολέμου Καμπότζης-Βιετνάμ, τον Οκτώβριο του 1991 υπεγράφη η συμφωνία των Παρισίων και τον Μάρτιο του 1992 ιδρύθηκε η Μεταβατική Εξουσία του ΟΗΕ (United Nations Transitional Authority) στην Καμπότζη. Το ίδιο έτος εστάλησαν στη χώρα αποστολές της UNESCO για να υπολογίσουν την έκταση των λεηλασιών των προηγούμενων ετών καθώς και για να προτείνουν λύσεις. Ήδη είχαν προβεί σε εργασίες αποκατάστασης μνημείων κάποιες διεθνείς ομάδες που είχαν προηγηθεί. Παρά τις φήμες, διαπιστώθηκε πως οι ναοί δεν είχαν ιδιαιτέρως πληγεί κατά την προηγούμενη εικοσαετία, των μαχών μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών. Αντιθέτως, είχε αρχίσει πρόσφατα και συνεχιζόταν συστηματική λεηλασία – αποκόλληση τμημάτων από τα κτίσματα, γιγαντιαίων κεφαλών από αγάλματα, διακοσμητικών αναγλύφων, κλπ. Κάποιοι ναοί ήσαν σε άθλια κατάσταση, με σκορπισμένα γύρω αγάλματα, συχνά σπασμένα, μάρτυρες της μεγάλης βιασύνης των κλεφτών. Έχοντας ελάχιστους οικονομικούς πόρους, το προσωπικό του Γραφείου Συντήρησης της Ανγκόρ προσπάθησε να περιορίσει τις ζημίες, συγκεντρώνοντας το πρωί, τα αγάλματα που οι κλέφτες είχαν πετάξει στο δρόμο τη νύχτα, λόγω βάρους. Άρχισε έτσι να συγκεντρώνεται στα αποθηκευτικά κτίρια του Γραφείου Συντήρησης, ένας απίστευτος αριθμός αγαλμάτων. Όμως, επειδή η προστατευτική περίφραξη ήταν ανοιχτή στη μία από τις τέσσερις πλευρές, ήταν πολύ εύκολη η κλοπή τους, δεδομένου και του ότι οι φύλακες ήσαν ανεκπαίδευτοι και άοπλοι, αλλά και του ότι δεν υπήρχε συνεχής νυκτερινή παρουσία στην περιοχή[2].
            Η παράνομη διακίνηση εθνικών πολιτιστικών αγαθών ενισχυόταν (και ενισχύεται) από το γεγονός ότι πολλοί μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών και μεγάλες γκαλερί αποκτούσαν αυτά τα κλεμμένα αντικείμενα, τουλάχιστον μέχρι το 1993, αδιαφορώντας για την προέλευσή τους – ακόμα και αντικείμενα περιλαμβανόμενα στους καταλόγους που είχε συντάξει το Γραφείο Συντήρησης της Ανγκόρ!
            Η Καμπότζη έχει επικυρώσει και τη Σύμβαση της UNESCO του 1970, (το 1972) και τη σύμβαση του UNIDROIT του 1995 (το 2002). Μεταξύ των μέτρων που έχει λάβει, προκειμένου να αντιμετωπίσει την παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, είναι και μια διμερής συμφωνία, το 1999, με τη γειτονική Ταϊλάνδη, η οποία δεν είναι μέλος καμιάς από τις ανωτέρω Σύμβασης, για αμοιβαία επιστροφή κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών. Τα όρια μεταξύ των δύο αυτών κρατών είναι πολύ κοντά στους ναούς, άρα θα ήταν πολύ εύκολο για τους λεηλατούντες να περάσουν στο έδαφος κράτους μή υπέχοντος διεθνή υποχρέωση επιστροφής των κλαπέντων αντικειμένων.




[1] M.A.F. Candelaria, The Angkor Sites of Cambodia: The Conflicting Values of Sustainable Tourism and State Sovereignty, 31 Brooklyn Journal of International Law 253 (2005).
[2] E. Clément, The Looting of Angkor: keeping up the pressure, Museum International No. 213-214 (Vol. 54. No. 1 & 2. 2002) 138."




Και ένα "Δυτικό" πολιτιστικό αγαθό:

Έργο της Mary Cassatt (1844-1926), Αμερικανίδας ζωγράφου, η οποία έζησε πολλά χρόνια στη Γαλλία και επηρεάστηκε από τον Εμπρεσσιονισμό. Ομολογώ ότι θαυμάζω τα έργα της. Αυτό το συγκεκριμένο βρίσκεται στη National Gallery, Washington D.C.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου