Translate

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Ξεριζωμός...

Αφιερωμένο στους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, που χάνουν το σπίτι τους, την πατρίδα τους, τους ανθρώπους τους, επειδή έτσι αποφασίζουν κάποιοι "άνθρωποι" που θεωρούν ότι εξουσιάζουν τον κόσμο.


                                                               Η Σμύρνη καίγεται...

https://www.youtube.com/watch?v=z9UWjacmOCw

Ένα μεγαλειώδες τραγούδι, για ένα τρομακτικό γεγονός... Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1972. Θυμάμαι τον αγαπημένο μου θείο Ηλία (από πέρσι δεν ζει πια, δυστυχώς...) να λέει ότι ο παππούς μου (και πατέρας του), ο οποίος είχε πολεμήσει στη Μικρά Ασία, δάκρυζε όταν άκουγε το τραγούδι αυτό. Δεν είχα δει ποτέ τον παππού μου να δακρύζει. Τον αγαπούσα πολύ και τον θαύμαζα - όπως όλοι στην οικογένεια της μαμάς μου. Ίσως ήταν η σημαντικότερη προσωπικότητα στη ζωή μου - στη ζωή μας. Ήταν καλός, πολύ καλός, δίκαιος πάντα και ΑΚΕΡΑΙΟΣ. Έφυγε από τη ζωή το 1973. Είναι περίεργο, αλλά είναι σαν να μην έφυγε ποτέ. Χρόνια μετά, είχα βρει ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη του, όσο ζούσε η γιαγιά μου, για τη Μικρασιατική εκστρατεία, όπου είχε σημειώσει με μολύβι (και με τον αριστουργηματικό γραφικό του χαρακτήρα), στο περιθώριο μιας σελίδας στην οποία αναφέρονταν οι ενέργειες των "φίλων" συμμάχων: "Ουαί υμίν, Άγγλοι, φαρισαίοι, υποκριτές"...



Τον Φεβρουάριο του 2013 έγινε ένα συνέδριο στην Αθήνα για τα 90 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Οι εισηγήσεις πρόκειται να δημοσιευθούν. Είχα διαλέξει το πλησιέστερο σε όσα με συγκινούσαν και με συγκινούν - "λίγη" η λέξη για να περιγράψει...


                  Ζητήματα ιθαγενείας κατά την ανταλλαγή πληθυσμών
                                               Ελίνα Ν. Μουσταΐρα
                      Αναπλ. Καθηγήτρια Τμ. Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών

1.         Πρώτη φορά μίλησαν για ανταλλαγή πληθυσμών – και πρώτη φορά ιστορικά συνέβη κάτι τέτοιο – στη Συνθήκη ειρήνης Ελλάδας – Τουρκίας της 22ας Ιουνίου/5ης Ιουλίου 1914. Προβλεπόταν τότε η δυνατότητα μιας προαιρετικής και όχι υποχρεωτικής ανταλλαγής, όμως η Συνθήκη αυτή ποτέ δεν επικυρώθηκε και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος που άρχισε λίγο μετά τη σύναψή της, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την κατάσταση, δεδομένου ότι η Τουρκία, με το πρόσχημα στρατιωτικών αναγκών εκτόπισε εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων στην ενδοχώρα[1]. Επίσης η Ελληνο-Βουλγαρική συμφωνία για την ανταλλαγή πληθυσμών, σε προαιρετική βάση (με πρωτόκολο στη Συνθήκη του Νεϊγύ, τον Νοέμβριο του 1919), είχε ως συνέπεια να μετακινηθούν 46.000 άτομα από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα και 92.000 άτομα από την Ελλάδα στη Βουλγαρία.
            Η Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για την ανταλλαγή πληθυσμών (30 Ιανουαρίου 1923), η οποία Σύμβαση προηγήθηκε της Σύμβασης της Λωζάννης, θεωρήθηκε ως η μοναδική περίπτωση συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών σε τέτοια μεγάλη έκταση[2]. Στόχος της ήταν η δημιουργία ομογενοποιημένων κοινωνιών, υποθετικά λύση σε μια απίστευτα αιμοσταγή σύγκρουση. Ήταν, λένε, το πρώτο διεθνώς επικυρωμένο πρόγραμμα «εθνοκάθαρσης»[3].
            Και οι μεν και οι δε αντιδρούσαν έντονα στην ιδέα ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν στον τόπο όπου είχαν γεννηθεί και ζούσαν μέχρι τότε. Αλλά και η κοινή γνώμη ήταν απολύτως αντίθετη στην ιδέα μιας αναγκαστικής ανταλλαγής πληθυσμών. Το αποτέλεσμα ήταν η μια πλευρά να ρίχνει την ευθύνη στην άλλη για την ιδέα της αντα-λλαγής και για το εξαναγκαστό αυτής. Ο ύπατος αρμοστής της ΚτΕ για τους Ρώσους πρόσφυγες στην Κωνσταντινούπολη, Frederic Nansen είχε προτείνει να «αναδομηθούν οι λαοί» της Ελλάδας και της Τουρκίας με μια ευρεία ανταλλαγή πληθυσμών. Ο Βενιζέλος δήλωνε [στην Επιτροπή] ότι η αναγκαστική ανταλλαγή ήταν απεχθής ως ιδέα στην Ελληνική αντιπροσωπεία και ότι η Ελλάδα ήταν πρόθυμη να παραιτηθεί αυτής, υπό τον όρο ότι ο Ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας δεν θα αναγκαζόταν να φύγει και η Τουρκία θα επέτρεπε στους Έλληνες που είχαν διωχθεί από την Τουρκία να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Τούρκος εκπρόσωπος ανέφερε ότι ήταν η Ελληνική κυβέρνηση αυτή που είχε εμπνευσθεί την ιδέα και δήλωνε πως ο Νάνσεν και οι Έλληνες είχαν αποδεχθεί την ιδέα μιας αναγκαστικής ανταλλαγής[4]. Όμως στα απομνημονεύματά του, ο Ριζά Νουρ έγραφε: «θέλαμε να προτείνουμε την ανταλλαγή πληθυσμών αλλά δεν τολμούσαμε».
            Ο Νάνσεν, τον Δεκέμβριο του 1922 παρέλαβε το βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη, αφενός για τη βοήθειά του προς τους αιχμαλώτους πολέμου και τα θύματα του λοιμού στη Ρωσία, αλλά και για την «εργασία του για τους πρόσφυγες της Μικρασίας και της Θράκης».
            Όπως θλιβερά και ειρωνικά σημειώνεται, «αν η πρόταση του Νάνσεν για μια ευρεία ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο πλευρές του Αιγαίου … έθετε προβλήματα ηθικής τάξης, η επιτροπή για το Νομπέλ Ειρήνης δεν πονοκεφάλιασε ιδιαίτερα. Ούτε εκφράστηκαν ποτέ ενδοιασμοί από μέρους των δυτικών κυβερνήσεων οι οποίες αρχικά εξουσιοδότησαν το Νάνσεν να φροντίσει τους αιχμαλώτους και κατόπιν τον ενθάρρυναν να χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσιοδότηση δημιουργικά». Σύμφωνα, άλλωστε, με τον βιογράφο του Νάνσεν, Ρόλαντ Χάντφορντ: «ήταν η πρώτη φορά που οι δυνάμεις χρησιμοποίησαν έναν αξιωματούχο διεθνούς οργανισμού για να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους»[5].
            Οι άνθρωποι αυτοί, έχασαν αυτόματα την ιθαγένεια της χώρας που άφησαν και απέκτησαν την ιθαγένεια της χώρας προορισμού τους. Η ιδιοκτησία που άφησαν πίσω τους είτε ανταλλάχθηκε είτε κατέστη τμήμα μιας μακρόχρονης και καθόλου ικανοποιητικής διαδικασίας αποζημίωσης. Και οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν στη θέσπιση μιας Μικτής Επιτροπής, η οποία θα περιελάμβανε εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών, και η οποία θα είχε ως καθήκον να επιβλέψει και να διευκολύνει την ανταλλαγή πληθυσμών καθώς και να ρευστοποιήσει τη περιουσία που είχαν αφήσει πίσω τους οι «ανταλλαγέντες»[6].
            Όπως με ιδιαίτερη ενάργεια σημειώνεται, όταν στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπεγράφη στη Λωζάννη η Σύμβαση της Ανταλλαγής, η Ελλάδα ουσιαστικά αναγκάσθηκε να αναγνωρίσει ως de jure, μια ήδη δημιουργηθείσα de facto κατάσταση. Διότι οι Έλληνες πρόσφυγες, «μετανάστες» κατά τη Σύμβαση, «στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είχαν ήδη ξεριζωθεί και βρίσκονταν: ή στα λοιμοκαθαρτήρια Μακρονήσου, Αγ. Γεωργίου και Καραμπουρνού Θεσσαλονίκης, ή σε κάποιο πρόχειρο προσφυγικό καταυλισμό με σκηνές και παράγκες, ακόμη και σε αποθήκες, εγκαταλειμμένα εργοστάσια, άλλους κενούς χώρους και υπόστεγα». Δηλαδή, «για την Ελλάδα η Σύμβαση της Ανταλλαγής κάλυπτε: από τη μια τους 1.150.000 ανταλλάξιμους Έλληνες που έφτασαν στη χώρα «με την ψυχή στο στόμα» μεταξύ Αυγούστου 1922 και Μάρτη 1923, πριν δηλαδή αρχίσει η επίσημη εφαρμογή της, από την άλλη, τους υπόλοιπους, κάπου 150.000, που ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία της Μ. Ασίας και κυρίως του Πόντου και αναμένονταν να φτάσουν». Άρα το μεγαλύτερο ποσοστό των ανταλλάξιμων Ελλήνων βρισκόταν πια στην Ελλάδα. Αντίθετα, δεν είχε αναχωρήσει ακόμα από την Ελλάδα ούτε ένας από τους ανταλλάξιμους Μουσουλμάνους. Η αναχώρησή τους άρχισε τέλη του 1923 και ολοκληρώθηκε ομαλά και προγραμματισμένα μέσα στο 1924. Δηλαδή, «ενώ στην Ελλάδα τα πράγματα πρόλαβαν τις κυβερνήσεις, στην Τουρκία η κυβέρνηση πρόλαβε τα πράγματα»[7].
           
2.         Η πρώτη ακριβής εικόνα για τον αριθμό των εκτοπισμένων στην Ελλάδα ήρθε με την απογραφή του 1928: 1.221.849 πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων  ήσαν 256.954 από τη Θράκη, 626.954 από τη Μικρά Ασία εξαιρουμένου του Πόντου, 182.169 από τον Πόντο και 38.458 από την Κωνσταντινούπολη. Οι αριθμοί αυτοί δεν συνυπολόγιζαν τους πρόσφυγες που πέθαναν στο μεταξύ διάστημα. Μαζί με αυτούς, ο συνολικός αριθμός υπολογίζεται στο ενάμιση εκατομμύριο.
            Από τους 1.220.000 Έλληνες πρόσφυγες, 107.607 εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Θράκη, 638.254 στη Μακεδονία, 56.613 στα νησιά του Αιγαίου, 33.900 στην Κρήτη, 8.197 στην Ήπειρο και 377.297 στην Αττική και στην Πελοπόννησο.
            Η ανταλλαγή πληθυσμών αύξησε τον πληθυσμό της Ελλάδας περίπου κατά ένα τρίτο – κατ’άλλους υπολογισμούς, κατά ένα τέταρτο, και ταυτόχρονα άλλαξε σημαντικά την εθνολογική σύνθεση της χώρας. Οι Έλληνες αποτελούσαν το 80,75% του πληθυσμού το 1920, με τους Τούρκους να ανέρχονται στο 13,91%. Το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,85% και οι Τούρκοι το 1,66%. Υπήρχαν και μικρότερες μειονότητες Βουλγάρων, Εβραίων, Αρμενίων και Αλβανών. Η Ελλάδα είχε πλέον καταστεί το πιο εθνικά ομοιογενές κράτος στη νοτιοανατολική Ευρώπη[8]. Η Τουρκία, με βάση τις απογραφές του 1906 και του 1927, από 15 εκατομμύρια, είχε πλέον 13.5 εκατομμύρια υπηκόους. Οι 350.000 Μουσουλμάνοι που μεταξύ 1923 και 1924 έφθασαν στην Τουρκία από την Ελλάδα, ήσαν ποσοστό μικρότερο του 4% του υπολογιζόμενου πληθυσμού της χώρας[9].
            Όπως έγραφε ο διευθυντής της Ελληνικής Αποστολής Περίθαλψης Προσφύγων στην Κωνσταντινούπολη, Α. Πάλλης, η Σύμβαση αυτή «είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει πέρα για πέρα την εθνολογική σύνθεση όλων των χωρών που βρίσκονται τριγύρω από το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα».
            Συνέπεια επίσης της ανταλλαγής πληθυσμών ήταν το ότι το Ελληνικό πολιτικό τοπίο άλλαξε θεμελιωδώς, προσθέτοντας περίπου 300,000 ψηφοφόρους στους ήδη υπάρχοντες 800,000.
            Μεγάλο ζήτημα ήταν αυτό των περιουσιών των προσφύγων – η πρώτη γενιά ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την απόδοση των περιουσιών αυτών, αφού η οικονομική κατάσταση του Ελληνικού κράτους ήταν τραγική. Δημιουργήθηκε τότε και μια διεθνής κίνηση βοήθειας και περίθαλψης των προσφύγων. Εντός του κράτους, αποφασίσθηκε η ίδρυση αρχικά του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων και του Αυτονόμου Οργανισμού Προσφυγικής Αποκαταστάσεως και στη συνέχεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.).
 Η Ε.Α.Π. είχε ως σκοπό την κατάρτιση και την εφαρμογή ενός μακροπρόθεσμου προγράμματος «για την προσφορά παραγωγικής εργασίας στους πρόσφυγες». Επίσης είχε ως σκοπό και τη διευθέτηση του προσφυγικού εποικισμού, ο οποίος, σύμφωνα με τον Nansen, ήταν σημαντικότερος ακόμα και από τον επισιτισμό τους. Το Ελληνικό δημόσιο παραχώρησε στην Ε.Α.Π. εκτάσεις 5.000.000 στρεμμάτων, αξίας 13 εκατομμυρίων στερλινών, για την υλοποίηση του έργου της αποκατάστασης. Συγχρόνως, η Ελλάδα έλαβε ένα διεθνές δάνειο, ύψους 12.3 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας, για την προσφυγική αποκατάσταση και το 1927 έλαβε δεύτερο δάνειο 7.5 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας[10].
            Η Συνθήκη της Λωζάννης σφράγισε το τέλος της πλέον των 2.000 ετών Ελληνικής παρουσίας στην Ανατολία. Οι συνέπειες αυτής της ανταλλαγής πληθυσμών δεν περιορίσθηκαν στην Ελλάδα και στην Τουρκία∙ η Συνθήκη προτασσόταν έκτοτε από τους υποστηρικτές της εθνικής ομοιογενοποίησης[11]. Επικεντρώνονταν, βέβαια, οι σχετικές θέσεις στα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ομοιογενοποίησης και εμφανίζονταν απολογητικές, αναφορικά με τις τραγικά αρνητικές συνέπειές της.
            Η Συνθήκη της Λωζάννης σφράγισε και το τέλος του ονείρου των Κούρδων για ανεξάρτητο κράτος. Η Τουρκία πέτυχε την αναγνώρισή της ως νέο κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, με τα σύνορά της καθορισμένα από τις στρατιωτικές της νίκες μετά τη Συνθήκη των Σεβρών. Με την εξαίρεση της φευγαλέας «Δημοκρατίας του Μαχαμπάντ», ποτέ οι Κούρδοι δεν απέκτησαν  αυτόνομη επικράτεια – ήρθαν πολύ κοντά σε αυτό, το 1920[12].  Το επιχείρημα της ομοιογενοποίησης ήδη καταρρίπτεται με την ύπαρξη της πολύ μεγάλης Κουρδικής μειονότητας μέσα στο Τουρκικό κράτος, η οποία αρνείται να ενσωματωθεί και αντίστροφα το Τουρκικό κράτος αρνείται να αναγνωρίσει.

3.         Την ίδια εποχή (μετά το 1919), άλλες περιπτώσεις με κάποια κοινά με αυτήν χαρακτηριστικά, δεν οδήγησαν σε αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν οι εδαφικές απώλειες της Ουγγαρίας, μετά τη Συνθήκη του Τριανόν, το 1920, ιδιαιτέρως σε σχέση με την Τρανσυλβανία, τη Βοϊβοντίνα και τη νότια Σλοβακία. Τέτοια περίπτωση ήταν και η ενσωμάτωση της περιοχής των Σουδητών στο νεοϊδρυθέν κράτος της Τσεχοσλοβακίας. Μετά το 1945 έλαβαν χώρα και άλλες αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, ιδιαιτέρως δε αυτές που συνέβησαν αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούσαν μέρος του σχεδίου δημιουργίας εθνικά ομογενοποιημένων κρατών στην Κεντρική και στην Ανατολική Ευρώπη, ως προμαχώνες αντίστασης κατά της απειλής άλλου πολέμου. Έτσι, περίπου 15 εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν: περίπου 11 εκατομμύρια Γερμανοί από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και τη σημερινή περιοχή του Καλίνιγκραντ στη Ρωσία, είτε εκδιώχθηκαν είτε διέφυγαν από μόνοι τους στη Γερμανία∙ περίπου 500,000 Γερμανοί εκδιώχθηκαν ή διέφυγαν από την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαυία, στη Γερμανία∙ περίπου 500,000 Ουκρανοί και Λευκορώσοι εκδιώχθηκαν από την Πολωνία στη Σοβιετική Ένωση∙ περίπου 2 εκατομμύρια Πολωνοί εκδιώχθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση στην Πολωνία∙ περίπου 75,000 Ούγγροι και 75,000 Σλοβάκοι ανταλλάχθηκαν μεταξύ Ουγγαρίας και Τσεχοσλοβακίας∙ αρκετές χιλιάδες Ιταλών διέφυγαν ή εκδιώχθηκαν από τη Γιουγκοσλαυία. Επιπλέον, περίπου 3 εκατομμύρια Πολωνοί μετακινήθηκαν στο εσωτερικό του κράτους, για να επανοικήσουν περιοχές από τις οποίες είχαν απομακρυνθεί Γερμανοί. Το ίδιο συνέβη και στην Τσεχοσλοβακία, σε πολύ μικρότερο αριθμό Τσέχων, βέβαια.
            Με την εξαίρεση των περιπτώσεων εκδίωξης και διαφυγής Γερμανών από τη νοτιοανατολική Ευρώπη (Ρουμανία, Γιουγκοσλαυία και Ουγγαρία), όλες αυτές οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών συνδέονταν άμεσα με συνοριακές αλλαγές: είτε την επανακαθιέρωση των προ του 1939 συνόρων (Τσεχοσλοβακία-Γερμανία και Τσεχοσλοβακία-Ουγγαρία), είτε τη δημιουργία εντελώς νέων συνόρων (Πολωνία – Σοβιετική Ένωση, Πολωνία – Γερμανία, Τσεχοσλοβακία – Σοβιετική Ένωση, Γερμανία – Σοβιετική Ένωση[13], Ιταλία – Γιουγκοσλαβία).

4.         Η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας – όρος φαινομενικά αθώος με πολλές μακάβριες συνηχήσεις – είχε πολλαπλές συνέπειες όσον αφορά στη ζωή και στην ταυτότητα των ανθρώπων αυτών[14], αλλά και εκείνων που ήδη ζούσαν στους τόπους όπου αυτοί έφθασαν. Άλλαξαν ιθαγένεια, άλλαξε άρα και το δίκαιο που ρύθμιζε όλα τα σχετικά με την προσωπική τους κατάσταση. Οικογένειες διαλύθηκαν, λόγω των τρομακτικών γεγονότων που προηγήθηκαν της ανταλλαγής και η διάλυση αυτή σφραγίσθηκε και νομικά, αφού άλλαξαν όλα τα σχετικά με τη δικαιική ρύθμιση του βίου τους. Σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, συγγενείς – και στενοί – έπαψαν να φαίνονται ως συγγενείς, αφού για χρόνια ήσαν χαμένοι μεταξύ τους, είτε ευρισκόμενοι σε διαφορετικά κράτη, με διαφορετική ιθαγένεια, άρα σε διαφορετικά μητρώα/ληξιαρχεία καταχωρηθέντες, με διαφορετικά ίσως ονόματα, είτε κάποιοι από αυτούς «χωρίς χαρτιά», απάτριδες ζητώντες πατρίδα και άρα δίκαιο που θα τους ρυθμίζει/φροντίζει. Αν επιμείνουμε στα ζητήματα προσωπικής κατάστασης, μπορούμε να φαντασθούμε και περιπτώσεις αδυναμίας απόδειξης της ύπαρξης οικογενειακών δεσμών μεταξύ μελών οικογενειών που έφθασαν στην Ελλάδα και άλλων μελών που για κάποιους λόγους έμειναν στην Τουρκία, κρυφά ή φανερά και που άλλαξαν τα στοιχεία τους, είτε από φόβο (κυρίως) είτε για άλλο λόγο (πολύ σπάνια). Σαφές είναι ότι στους μεν εφαρμοζόταν πλέον το Ελληνικό δίκαιο, ενώ στους δε το Τουρκικό δίκαιο – και από το 1926, ο Τουρκικός Αστικός Κώδικας, αντιγραφή σχεδόν απόλυτη του Ελβετικού ΑΚ. Κάποια σχετικά ζητήματα μπορούμε να σκεφθούμε και για τη Μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη. Ενώ στην περίπτωση αυτή δεν υπήρξε μετακίνηση, ζητήματα δικαίου προφανώς και υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν. Ιδιαίτερα δε για τα μέλη της μειονότητας αυτής τα οποία προσδιορίζονταν ως Τουρκικής καταγωγής, ίσχυε και ισχύει το παράδοξο, να εφαρμόζεται στις οικογενειακές και κληρονομικές σχέσεις αυτών το μουσουλμανικό δίκαιο, με βάση διεθνή υποχρέωση της Ελλάδας, ενώ στους Τούρκους πολίτες της Τουρκίας και τότε (τουλάχιστον από το 1926) και τώρα να εφαρμόζεται στις αντίστοιχες σχέσεις ο Τουρκικός ΑΚ, με ρυθμίσεις πολύ διαφορετικές από αυτές του μουσουλμανικού δικαίου. Και να συμβαίνει ακόμα και σήμερα το τουλάχιστον παράδοξο, να διαμαρτύρονται οι εντός της Τουρκίας για ενδεχόμενη μη εφαρμογή του μουσουλμανικού δικαίου στους μουσουλμάνους της Θράκης και να το χρησιμοποιούν ως όπλο για την πολιτική τους.
Όπως σημειώνεται, η παρατήρηση των αναγκαστικών διεθνών μετακινήσεων πληθυσμών εμπλουτίζεται κατά πολύ όταν δεν περιορίζεται μόνο στις δημογραφικές αλλαγές, παρά εμβαθύνει στις ουσιαστικές και συμβολικές διεργασίες που οι μετακινήσεις αυτές συνεπάγονται. Στις ανθρώπινες ομάδες που μετακινούνται αναγκαστικά, που εκτοπίζονται, είναι σαφέστατο και εντονότατο το τραύμα του ξεριζώματος. Ανακατασκευάζουν ταυτότητες στους νέους τόπους στους οποίους βρέθηκαν, σε εκείνους που κατ’ευφημισμόν περισσότερο, κάποιοι ονομάζουν «υιοθετημένους τόπους» (lugares de adopción). Κάθε μετακινούμενη συλλογικότητα μετασχηματίζεται σε έναν κοινωνικό παράγοντα ο οποίος «παράγει» γεωγραφικό χώρο, νοούμενο όχι μόνο με την υλική του υπόσταση αλλά και με τη μη απτή, την άυλη, δηλαδή με τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και με το νοητικό φαντασιακό που ο όρος αυτός περικλείει[15]. Η οδύνη των αναμνήσεων, του αναγκαστικού ξεριζώματος, όχι μόνον ως προσωπική μνήμη αλλά και ως συλλογική, στοιχείο της ταυτότητας των ανθρώπων, άλλωστε, δεν διαγράφεται, παρά καταχωρείται, καθίσταται στοιχείο της κυτταρικής μνήμης και δεν θεραπεύεται μόνον με την επισημοποίηση του δεσμού των ανθρώπων με ένα κράτος.







[1] L. Leontiades, Der griechisch-turkische Bevölkerunsaustausch, Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht 5 (1935) 546, 549.
[2] Θ. Μαλκίδη, Οι Θράκες πρόσφυγες του 1922 στους νομούς Έβρου και Καβάλας (Γ’ Διεθνές Συνέδριο Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Καβάλα 17-18 Σεπτεμβρίου 2010), Ιστορικό & Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας (επιμ. Ν. Ρουδομέτωφ), 35.
[3] R. Hirschon, History’s Long Shadow: The Lausanne Treaty and Contemporary Greco-Turkish Relations, in: The Long Shadow of Europe: Greeks and Turks in the Era of Post-nationalism (O. Anastasakis/K. Nikolaidis/K. Oktem, eds.), Martinus Nijhoff, Leiden - Boston 2009, 73, 75.
[4] C. Meindersma, Population Exchanges: International Law and State Practice – Part 1, International Journal of Refugee Law 1997, 335, 341-342.
[5] Bruce Clark, Δυο φορές ξένος. Οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία (Twice a Stranger: How Mass Expulsion Forged Modern Greece and Turkey), Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2007 (Granta Publications 2006), 120-121.
[6] S. Wolff, Can Forced Population Transfers Resolve Self-determination Conflicts? A European Perspective, Journal of Contemporary European Studies 12 (2004) 11, 14.
[7] Σ. Πελαγίδης, Μέτρα και αντίμετρα μετά την Ελληνοτουρκική Σύμβαση της Ανταλλαγής, Μακεδονικά 27 (1990) 121, 136-139.
[8] John Freely, Τα παιδιά του Αχιλλέα. Οι Έλληνες στη Μικρά Ασία από την εποχή της Τροίας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, 323-324.
[9] R. Hirschon, The Consequences of the Lausanne Convention. An Overview, in: Crossing the Aegean: An Appraisal of the Consequences of the 1923 Compulsory Population Exchange between Greece and Turkey (R. Hirscheon, ed.), Beghan Books, Oxford – New York 2003, 13, 14-15.
[10] Βλ. Θ. Μαλκίδη, ό.π. (σημ. 2).
[11] A. Pitsoulis, Vertreibung und Diplomatie: Hintergrunde und Umdeutung des griechisch-turkischen >Bevolkerungsaustauschs< von 1923, in: Institut für Migrationsforschung und Interkulturelle Studien (IMIS)-Beiträge, Heft 36/2010, 37, 38.
[12] F.J. Torres Alfosea, Fracturas y tensiones entre Oriente Próximo y el sureste Europeo: El Kurdistán, Investigaciones Geográficas 55 (2011) 135, 147.
[13] Kaliningrad/Königsberg – περιοχή της πρώην Ανατολικής Πρωσσίας.
[14] M. Baldwin-Edwards, Migration between Greece and Turkey: from the ‘Exchange of Populations’ to the non-recognition of borders, South-East Europe Review 2006, 115.
[15] B. Varela, De Armenia a la ciudad de Buenos Aires: la reconstrucción del ‘lugar comunitario’ a escala local, Amérique Latine. Histoire et Mémoire. Les Cahiers ALHIM 2004.




19 Μαΐου είναι η μέρα μνήμης και οδύνης για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (1915). Μόνο να υποψιασθεί κανείς μπορεί, βλέποντας τις φωτογραφίες...







Γραμμένο σε δρόμο στο Παγκράτι, το φωτογράφισα χθες το μεσημέρι. Φαντασθείτε... Γίναμε και εμείς "ξένη χώρα" για εμάς...


2 σχόλια:

  1. Πολύ συγκινητικό! Χρόνια πολλά :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μακάρι να μη ζούσαν ποτέ οι άνθρωποι τέτοια... Αλλά...
      Ευχαριστώ για τις ευχές!! Να σας χαίρομαι!

      Διαγραφή