Translate

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Among cultural objects


Οι φωτογραφίες ακολουθούν - χρονικά και τοπικά - τα βήματά μου του πρωινού του περασμένου Σαββάτου, στη Ρώμη, μια πόλη γεμάτη από αυτά που ονομάζουμε πολιτιστικά αγαθά.

Απέναντι ακριβώς από την είσοδο του ξενοδοχείου στο οποίο έμενα, ήταν μια σκάλα,


                                                                        αυτή,


που οδηγούσε στην εκκλησία San Pietro in vincoli.

                                                     Τμήμα της οροφής της εκκλησίας



                                                   Ο Μωυσής, του Μιχαήλ Αγγέλου

                Το αριστούργημα, για το οποίο συρρέουν στην εκκλησία αυτή οι τουρίστες



Συνέχισα τον δρόμο μου



Πηγαίνοντας προς την έκθεση Giorgio Morandi 1890-1964, στο Complesso del Vittoriano. O Giorgio Morandi, γεννημένος στη Bologna, ήταν - όπως αναφέρεται στο φυλλάδιο της έκθεσης - μορφή κεφαλαιώδους σημασίας για την Ιταλική ιστορία της τέχνης του πρώτου μισού του 20ου αιώνα και μεγάλος πρωταγωνιστής της Ευρωπαϊκής μοντέρνας ζωγραφικής.



Η έκθεση ήταν πολύ ωραία. Νόμιζα ότι μπορούσα να φωτογραφίσω τα διάφορα έργα μέσα στην έκθεση και είχα ήδη φωτογραφίσει αρκετά, όταν με είδαν και μου είπαν ότι δεν επιτρεπόταν. Τα νεύρα μου... Και είναι πολύ ωραίες οι φωτογραφίες! Αλλά είμαι νομοταγής, τι να κάνω...

Αναγκάστηκα να αγοράσω καπελάκι, διότι δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω την ηλίαση...



Φεύγοντας από την έκθεση



                                             Για να καταλάβετε για τι ήλιο σας μιλάω...



(Από το βιβλίο μου "Συγκριτικό Δίκαιο και Πολιτιστικά Αγαθά", Νομική Βιβλιοθήκη, 2012):

Ορολογία

Γίνεται λόγος για πολιτιστική περιουσία (patrimonio cultural), πολιτιστική κληρονομιά (cultural heritage), πολιτιστική ιδιοκτησία (cultural property). Είναι πλήθος οι εκφράσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως τμήματα αυτού του συνόλου - εκφράσεις που συνιστούν, συνθέτουν τη μνήμη των λαών[1].
Ο ορισμός της «πολιτιστικής ιδιοκτησίας» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης της UNESCO του 1970, αναφέρεται σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία «είναι σημαντική για την αρχαιολογία, την προϊστορία, την  ιστορία, τη λογοτεχνία, την τέχνη, ή την επιστήμη». Ο ορισμός αυτός, όπως ορθά επισημαίνεται, εκπροσωπεί μια Δυτική, επιστημονική άποψη της πολιτιστικής ιδιοκτησίας και δεν είναι κατάλληλη για τα ζητήματα πολιτιστικής ιδιοκτησίας των ιθαγενών[2].
Η ίδια Σύμβαση βέβαια, στο προοίμιό της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η πολιτιστική ιδιοκτησία αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού και της εθνικής παιδείας και η πραγματική της αξία μπορεί να εκτιμηθεί μόνον εφόσον παρέχεται η μεγαλύτερη δυνατή πληροφόρηση αναφορικά με την προέλευση, την ιστορία και την παραδοσιακή της τοποθέτηση[3].
Γεγονός πάντως είναι ότι το κυρίαρχο νομικό πλαίσιο για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών είναι ανεπαρκές× ο όρος πολιτιστική ιδιοκτησία δεν μπορεί να εκφράσει όλες τις κοινωνίες[4]. Αυτό σημαίνει ότι θα τις αγνοήσουμε, παρακάμψουμε και θα επικεντρωθούμε στις Δυτικές κοινωνίες; Ότι θα επιχειρήσουμε, θα επιβάλλουμε μεταφύτευση (εξαγωγή) δικαιικών - και όχι μόνο – εννοιών και ρυθμίσεων; Ή, αντίθετα, θα πρέπει να ανιχνεύσουμε, κατανοήσουμε, έσωθεν ει δυνατόν, τις διάφορες κοινωνίες, λειτουργώντας ως μέλη τους, άρα και ως με τη νοοτροπία τους νομικοί;
Κάθε σχέση μεταξύ ημών και των άλλων, μεταξύ του ημετέρου και των άλλων δικαίων, οφείλει – λένε - να βασίζεται στις πρωταρχικές έννοιες της «αναγώρισης» και του «σεβασμού»: “They attest to the fact that the other is not just another self, that he cannot be reduced to an alter ego[5].
Ο όρος «πολιτιστική κληρονομιά», επίσης παρουσιάζει προβλήματα, αφού ήδη αμφισβητείται από κάποιους και ο όρος και η έννοια της κληρονομιάς. Υποστηρίζουν αυτοί πως η προέλευση των συζητήσεων περί [πολιτιστικής] κληρονομιάς ανιχνεύεται στην ανάπτυξη του εθνικισμού και της φιλελεύθερης νεωτερικότητας του 19ου αιώνα. Ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού και οι αξιώσεις περί αντικειμενικής αλήθειας είχαν ανατρέψει τις μεσαιωνικές θρησκευτικές ιδέες περί της φύσης της γνώσης. Κυριάρχησαν τότε η ιδέα της προόδου και οι θεωρίες του Δαρβίνου περί εξέλιξης των ειδών, οι οποίες και νομιμοποίησαν κατά κάποιον τρόπο την Ευρωπαϊκή αποικιοκρατική πολιτική, αφού οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι αντιπροσώπευαν τα υψηλότερα επιτεύγματα της ανθρώπινης τεχνολογικής, πολιτισμικής και διανοητικής προόδου[6].



[1] L.C. Beltrán-Beltrán, El Patrimonio Cultural en el siglo XX, APUNTES 23 (2010) 6-7.
[2] K. Kuprecht, Human Rights Aspects of Indigenous Cultural Property Repatriation, στο: Kulturgüterschitz – Kunstrecht – Kulturrecht, Festschrift für Kurt Siehr zum 75. Geburtstag aus dem Kreise des Doktoranden- und Habilitandenseminars „Kunst und Recht“, (K. Odendahl/P.J. Weber, Hrsg.), Nomos/Dike/facultas.wuv, Baden-Baden 2010, 191.
[3] Ε.Μουσταΐρα, Η Διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ζητήματα Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στο: Ο Παρθενώνας. Η επιστροφή των γλυπτών. Ιστορική, Πολιτιστική, Νομική προσέγγιση (επιμ. Μ. Μαρούλη – Ζηλεμένου), Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2004, 282.
[4] Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι ποιός είναι ο ιδιοκτήτης της φύσης ή του πολιτισμού, εν μέρει ή εν όλω, αλλά ποιός έχει το δικαίωμα να ορίσει ποιό είναι τί και πόσα από αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα ιδιοκτησίας. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι εν μέρει ζητήματα πολιτισμού, όμως οι συγκεκριμένες πολιτισμικές αξίες διαμορφώνονται από ένα πλήθος άλλων παραγόντων, όπως νομικές παραδόσεις, ιστορικές αλλαγές στην παραγωγή, διεκδικήσεις συγκεκριμένων ταυτοτήτων, σχέσεις εξουσίας, στην περίπτωση των αποικιακών κοινωνιών, βλ. και M. Goldsmith, Who Owns Native Nature? Discourses of Rights to Land, Culture and Knowledge in New Zealand, International Journal of Cultural Property 16 (2009) 325, 336.
[5] P. Legrand, Siting Foreign Law: How Derrida can help, 21 Duke Journal of Comparative & International Law 595, 600 (2011).
[6] L. Smith, Uses of Heritage, Routledge, London and New York 2006, 17.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου