Translate

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Διεπιστημονικότητα - Interdisciplinarity

Διεπιστημονικότητα. Πριν κάποια χρόνια, όταν δήλωνα ένθερμη οπαδός αυτής [και] στο συγκριτικό δίκαιο και έγραφα σχετικά κείμενα (και συνεχίζω να γράφω), με κοιτούσαν κάποιοι καχύποπτα. Στενή σκέψη... πολύ στενή σκέψη... Η άγνοια οδηγεί δυστυχώς συχνά τους ανθρώπους να απορρίπτουν αυτό που δεν γνωρίζουν, αντί να ενδιαφέρονται να το μάθουν.


Δεν φαντάζεστε πόσα βιβλία και άρθρα γράφονται πλέον από συναδέλφους του εξωτερικού. Αυτό είναι η ηθική ανταμοιβή μου...


(Από το βιβλίο μου "Δικαιικές επιρροές στο πλαίσιο του Συγκριτικού Δικαίου", Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013):

Η αναγκαιότητα της διεπιστημονικότητας για το συγκριτικό δίκαιο

            Η διεπιστημονική έρευνα (interdisciplinary research) θεωρείται πλέον από τους περισσότερους νομικούς που ασχολούνται με τη σύγκριση δικαίων, ως εκ των ων ουκ άνευ[1].
            Και τι είναι διεπιστημονική έρευνα; Στην κοινή καθημερινή ομιλία, η έννοια της διεπιστημονικότητας (interdisciplinarity) χρησιμοποιείται συχνά για να εκφράσει μια αρκετά ευρεία κατηγορία η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα είδη έρευνας στα οποία «συνεργάζονται» κατά κάποιον τρόπο δύο ή περισσότεροι επιστημονικοί κλάδοι. Παρατηρείται, εξάλλου, ότι ως όρος έχει καταστεί αρκετά δημοφιλής, δίνοντας στην παντός είδους έρευνα μια σύγχρονη και επιμελημένη εικόνα[2].
            Ένας ερευνητής μπορεί να προβεί σε διεπιστημονική έρευνα κατά πολυάριθμους τρόπους. Από κάποιους επιχειρείται μια τυπολογία της διεπιστημονικής έρευνας, βασισμένη στην έκταση της παρέμβασης σε ερευνητικό σχέδιο, άλλου επιστημονικού κλάδου από εκείνον που το ξεκινά. Προκειμένου να μετρηθεί αυτή, απαραίτητο είναι, επισημαίνουν, να προσδιορισθούν τα στοιχεία ενός συγκεκριμένου επιστημονικού κλάδου[3].
            Το πρώτο και περισσότερο προφανές χαρακτηριστικό στοιχείο ενός κλάδου είναι η συγκεκριμένη ομάδα εννοιών που χρησιμοποιεί αλλά και ο τρόπος που οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται. Σε γενικές γραμμές, σημειώνεται, οι πυρηνικές έννοιες των επιστημονικών κλάδων διαφέρουν. Ακόμα όμως και όταν χρησιμοποιούν οι διάφοροι κλάδοι όμοιες έννοιες, διαφέρει η ερμηνεία που τους δίνουν.
            Το δεύτερο στοιχείο είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο κάθε επιστημονικός κλάδος, δηλαδή οι δομημένοι και καθιερωμένοι τρόποι απόκτησης γνώσης. Ακόμα και όταν κάποιες από τις μεθόδους είναι σε γενικές γραμμές κοινές σε περισσότερους κλάδους, ο τρόπος που χρησιμοποιούνται από αυτούς και ο τρόπος που αναπτύσσονται διαφέρει – και κάποιες φορές διαφέρει πολύ.
            Το τρίτο στοιχείο είναι το αντικείμενο του επιστημονικού κλάδου, δηλαδή η μελετώμενη όψη ή εμπειρία της πραγματικότητας. Για κάποιους κλάδους, το αντικείμενο είναι η σαφέστερη ένδειξη των ορίων του κλάδου. Παράδειγμα αυτού, επισημαίνεται, αποτελούν οι κλάδοι της αστρονομίας και της αρχαιολογίας. Σε άλλους κλάδους όμως, ο χαρακτήρας ή το εύρος του αντικειμένου αμφισβητείται. Σε αυτούς τους κλάδους ανήκει και το δίκαιο: οι εκπρόσωποί του συχνά διαφωνούν ριζικά ως προς το τι ακριβώς μελετούν[4].
            Το τέταρτο στοιχείο είναι η συνειδητοποίηση των προβλημάτων ενός επιστημονικού κλάδου και ο προσδιορισμός τους . Διαφορετικοί κλάδοι έχουν και αντιλαμβάνονται διαφορετικά προβλήματα. Αυτό εξηγεί, όπως επισημαίνεται, τις διαφορετικές προσεγγίσεις του ιδίου βασικού αντικειμένου. Ως παράδειγμα αναφέρεται το ανθρώπινο σώμα το οποίο, ως αντικείμενο έρευνας, προσεγγίζεται διαφορετικά από τη βιολογία και την ιατρική, από τον τρόπο που το προσεγγίζει η ανθρωπολογία. Ένας επιστήμονας της ιατρικής ή της βιολογίας μπορεί να ενδιαφέρεται να βρει την αιτία μιας ασθένειας και προς τον σκοπό αυτό θα πρέπει να εξετάσει εσωτερικά το σώμα. Αντίθετα, ένας ανθρωπολόγος δεν ενδιαφέρεται για τις φυσικές διαδικασίες αλλά για τους λόγους για τους οποίους π.χ. τα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων αντιμετωπίζουν την ασθένεια και τον θάνατο με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Στην περίπτωση αυτή, η έρευνα επικεντρώνεται περισσότερο στην παρατήρηση της [εξωτερικής] συμπεριφοράς των ανθρώπων και σε ερωτήσεις προς αυτούς σχετικά με τα εσωτερικά τους κίνητρα.
            Το πέμπτο στοιχείο είναι ο σκοπός ή οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει με την έρευνα ο κάθε επιστημονικός κλάδος. Μια συνηθισμένη διάκριση είναι αυτή μεταξύ περιγραφικής (descriptive) και αξιολογικής (evaluative) έρευνας. Στην πρώτη περίπτωση ο σκοπός είναι μια σωστή περιγραφή ή εξήγηση ενός φαινομένου ενώ στη δεύτερη ο σκοπός είναι μια κανονιστική αξιολόγηση[5].
            Χρειάζεται, λοιπόν, το συγκριτικό δίκαιο τη διεπιστημονικότητα; Οι περισσότεροι νομικοί που ασχολούνται με τη σύγκριση δικαίων απαντούν αβίαστα ναι[6]. Υπάρχουν και κάποιοι, βέβαια, που είναι κάπως επιφυλακτικοί ή και αρνητικοί[7].
            Η στάση των δεύτερων, σημειώνεται, έχει ενδιαφέρον για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι παρουσιάζει έμμεσα το είδος των συμπερασμάτων στα οποία πιθανότατα θα καταλήξει ένας συγκριτικολόγος ο οποίος εργάζεται μόνο με βάση τη δογματική μεθοδολογία που ήταν – και παραμένει για αρκετούς – πολύ δημοφιλής στους νομικούς των Δυτικών κυρίως δικαίων[8].     Περιγράφουν κάποιοι τη δογματική αυτή προσέγγιση, ως «παράδειγμα κύρους» (authority paradigm)[9]. Σε αυτό το παράδειγμα, το βασικό πρόγραμμα του καταληπτού είναι η ερμηνευτική η οποία βασίζεται σε κείμενο (νόμο, απόφαση δικαστηρίου) του οποίου το κύρος δεν αμφισβητείται ποτέ. Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει στον ερευνητή μόνο να εφαρμόσει την επαγωγική και την απαγωγική μέθοδο, με αποτέλεσμα το συγκριτικό δίκαιο να εμφανίζει κάποια μορφή της λεγόμενης «επιστημονικής συρρίκνωσης» (scientific reductionism) – επιστημολογικής στρατηγικής που θέτει στην υπηρεσία της έννοιες και μεθόδους σχεδιασμένες να ενοποιήσουν μια περιοχή γνώσης, η οποία όμως θα έπρεπε να παραμένει σε διαφοροποιημένα θραύσματα προκειμένου να κατανοήσει τα αντικείμενά της[10].
            Οι συγκριτικολόγοι που μελετούν με βάση αυτό το παράδειγμα ασχολούνται, όπως επισημαίνεται, με κοινούς παρανομαστές και κατά συνέπεια καταλήγουν συχνότατα σε συμπεράσματα περί τεκμηρίου ομοιότητας των δικαίων, σε αξιώσεις σύγκλισης και εναρμόνισης αυτών, αδιαφορώντας για τις διαφορές τους.
            Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο έχει ενδιαφέρον η στάση των νομικών που αρνούνται την αναγκαιότητα της διεπιστημονικής έρευνας για το συγκριτικό δίκαιο, είναι διότι αντανακλά αυτή η στάση μια θεώρηση δικαίου, κυριαρχούσα στον πανεπιστημιακό χώρο κάποιων κρατών, η οποία επιτάσσει την απολύτως δογματική προσέγγιση του δικαίου. Σύμφωνα με αυτήν, οι θεωρητικοί του δικαίου έχουν σαν αποστολή μόνο να σχολιάζουν το θετικό δίκαιο κατά τρόπο δογματικό. Το δίκαιο προσεγγίζεται έσωθεν, με ανάλυση και σύνθεση: διατάξεις νόμων και δικαστικές αποφάσεις αναλύονται και εξηγούνται κατά τρόπο συνεκτικό και λογικό, ώστε να καθοδηγήσουν τον αναγνώστη προς τις μελλοντικές εκβάσεις νομικών ζητημάτων, αναφορικά με το εξεταζόμενο θετικό δίκαιο[11].
           Και πάλι, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: χρειάζεται το συγκριτικό δίκαιο τη διεπιστημονικότητα;  Ίσως η απάντηση δοθεί από μόνη της[12], στη συνέχεια.




[1] Για σοβαρή έρευνα στο συγκριτικό δίκαιο, απαιτείται επανασύνδεση αυτού με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, δηλώνει η H. Muir Watt, The Epistemological Function of ‘la Doctrine’, in: Methodologies of Legal Research. Which Kind of Method for What Kind of Discipline (M.Van Hoecke, ed.), Hart Publishing, Oxford and Portland, Oregon 2013 (2011), 123, 131.
[2] S. Taekema/B. Van Klink, On the Border. Limits and Possibilities of Interdisciplinary Research, in: Law and Method (B. Van Klink/S. Taekema, eds.), Mohr Siebeck, Tübingen 2011, 7.
[3] Πολύ ενδιαφέρον έχει και η τυπολογία που προτείνει ο W. Van der Burg, Law and Ethics. The Twin Disciplines, in: Law and Method (B. Van Klink/S. Taekema, eds.), Mohr Siebeck, Tübingen 2011, 175, για τη συμβολή της Ηθικής (Ethics) στη νομική έρευνα.
[4] Υποστηρίζει ο S. Taekema, Relative Autonomy. A Characterisation of the Discipline of Law, in: Law and Method (B. Van Klink/S. Taekema, eds.), Mohr Siebeck, Tübingen 2011, 33, 50, πως το δίκαιο είναι αυτόνομο με την έννοια ότι έχει συγκεκριμένο προσανατολισμό σε ένα σύστημα κανόνων και αρχών, συγκεκριμένες πυρηνικές αξίες, τη δική του γλώσσα και τους δικούς του θεσμούς. Λόγω αυτών των διακριτών χαρακτηριστικών, επισημαίνει, μπορούμε να θεωρήσουμε το δίκαιο ως ξεχωριστό τομέα μέσα στην κοινωνία. Εν τούτοις, λέει, το δίκαιο επίσης συνδέεται με άλλες κοινωνικές πρακτικές, όχι μόνον επειδή ρυθμίζει δραστηριότητες κάθε είδους άλλων χώρων αλλά και επειδή οι αξίες και οι αρχές του δικαίου πάντα αναφέρονται σε αξίες άλλων χώρων.
[5] S. Taekema/B. Van Klink, On the Border. Limits and Possibilities of Interdisciplinary Research, in: Law and Method (B. Van Klink/S. Taekema, eds.), Mohr Siebeck, Tübingen 2011, 8-9.
[6] E. Grande, Development of Comparative Law in Italy, in: The Oxford Handbook of Comparative Law (M. Reimann & R. Zimmermann, eds.), Oxford University Press, (2006) 2008, 107.
[7] B. Fauvarque-Cosson, Development of Comparative Law in France, in: The Oxford Handbook of Comparative Law (M. Reimann & R. Zimmermann, eds.), Oxford University Press, (2006) 2008, 35.
[8] G. Samuel, Interdisciplinarity and the Authority Paradigm: Should Law be Taken Seriously by Scientists and Social Scientists?, J.L.&Soc. 36 (2009) 431.
[9] G. Samuel, Is Law Really a Social Science? A View from Comparative Law, Cambridge L.J. 67 (2008) 288.
[10] G. Samuel, Does One Need an Understanding of Methodology in Law Before One Can Understand Methodology in Comparative Law?, in: Methodologies of Legal Research. Which Kind of Method for What Kind of Discipline (M.van Hoecke, ed.), Hart Publishing, Oxford and Portland, Oregon 2013 (2011), 177, 179.
[11] P. Jestaz/C. Jamin, La doctrine, Dalloz, Paris 2004, 231.
[12] Βλ. και R. Sacco, Le droit africain. Anthropologie et droit positif, Dalloz, Paris 2009, 3 : « La science comparée a atteint un très haut niveau dont elle s’enorgueillit grâce aux enrichissements qu’elle a su créer tant sur le plan heuristique que sur le plan critique, en s’occupant de systèmes très différents entre eux, c’est-à-dire en se faisant ethnologie juridique et anthropologie juridique ».








           Στις φωτογραφίες βλέπετε ταβάνια του παραρτήματος του Μουσείου Ηρακλειδών.




Θα ήθελα να πάω σε αυτό το συνέδριο. Πολύ μακριά όμως είναι... και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα έχουν προηγηθεί και άλλα, για τα οποία θα σας μιλήσω σύντομα.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου